Εδώ ακούτε ποντιακή μουσική


Joomla Slide Menu by DART Creations
Facebook Share
Share on facebook

Από τα πιο σημαντικά γραπτά που έχουμε στα χέρια μας σχετικά με την ιστορία του χωριού Τσορμίκ και των ανθρώπων του , είναι αυτά του μπάρμπα Γιώργη του Παπαδόπουλου , που όλοι στο χωριό τον ξέραμε ως Τσουκαλά (το επώνυμο της μητέρας του).

Παρά τις αδυναμίες του κειμένου που ούτως ή άλλως ο μπάρμπα Γιώργης το έγραψε σε μεγάλη ηλικία μας παρέχονται πολλές πληροφορίες γενεαλογικές και ιστορικές τόσο του χωριού Τσορμίκ όσο και των Παλατιτσίων .

Αν και το κείμενο που ο συγγραφέας το τιτλοφορεί ως ημερολόγιο-βιογραφία θέλει αρκετή επεξεργασία και περισσότερη μελέτη, προχωρούμε σήμερα σε μερική δημοσίευσή του μέσω της ιστοσελίδας μας ……………

 

Ημερολόγιο και Βιογραφία μου από το 1916 έως το 1981 του Γεωργίου Χ. Παπαδόπουλου

Τη 5 Ιουλίου 1981 ημέρα Κυριακή θα γράψω την βιογραφία μου και πατεράδων, παππούδων και προ-παππούδων και των θείων μου.Εγώ ο Γεώργιος Χ. Παπαδόπουλος, γεννηθείς το 1896, 25 Μαρτίου, ημέρα του Ευαγγελισμού εις τον Καύκασον της Ρωσίας, εις το χωριό Τσορμούκ Άνω ή ΄΄Κιζιλκιλισιά΄΄.

Ήταν και κάτω Τσορμούκ, η εκμετάλλευσης και των δύο χωριών γινόταν μαζί. Αυτή είναι η πατρίδα μου , ο λεγόμενος ΄΄Καύκασος της Ρωσίας΄΄. 

Στη δευτέρα σειρά, σελίδα, θα γράψω δια το γένος μου , δια τον προπάππου μου.

Οι προγονοί μας καταγόταν από την Ελλάδα και μετανάστευσαν στην Μικρά Ασία, στην Σινώπη, με το επάγγελμα χημικοί  , στα λατομεία, λεγόμενα ΄΄τσοχάρια΄΄.

Χημικός και αυτός , ο Κοσμάς Ιερακόπουλος. Η γυναίκα του , Δεσποινή έκανεν ένα παιδί μόνον με το όνομα Νικόλαος το γένος Ιερακόπουλος.

Τον πατέρα του Κοσμά τον σκοτώσανε (οι Αρμενείς) από ζήλεια .

Η μητέρα Δεσποινή φοβούμενη μήπως σκοτώσουν και τον υιόν της , έφυγεν στην επαρχία της Τραπεζούντος, στην Κρώμνην , με επτά μαχαλάδες.

Εκεί μεγάλωσε τον Νικόλαον.

Ο Νικόλαος γεννήθηκεν στην Σινώπην τω 1835 . Ο Κοσμάς ο πατέρας του Νικολάου πέθανε το 1840 και γεννηθείς 1815 στη Σινώπη, και ο παππούς Νικόλαος τω 1888 πέθανεν. 

Στην προηγούμενη σελίδα , η γυναίκα του Κοσμά, φυγάδευσε τον υιόν της Νικόλαον εις την περιφέρειαν της Τραπεζούντος, εις την Κρώμνην επτά μαχαλάδων. Στην Κρώμνην τον μεγάλωσε τον υιόν της και τον πάνδρευσε εις την κόρη κάποιου Γολοβίδη, θυγατέρα, δεσποινίδα, Μαρία. Ζήσαν μερικά χρόνια και εκεί ο παππούς Νικόλας άλλαξε το παρώνυμό του και πήρε το επώνυμο της συζύγου του και έγινεν Νικόλαος Γολοβιάδης.

Και από την Κρώμνην μετανάστευσαν εις το νόμο Ερζιρούμ, περιφέρεια Παϊπούρτ, χωρίον Μουχνούτ. Εκεί απέκτησε επτά παιδιά , δύο κορίτσια και 5 αγόρια: 1) Δεσποινή και Σοφία και Κοσμάν, Παύλον, Ιωάννην,  Θεόδωρον και Χαράλαμπον, ο μικρότερος αυτός είναι ο πατέρας μου.

Το 1878 εκήρυξε τον πόλεμο η Ρωσία με την Τουρκία. Στη συνθήκη που έγινε οι Ρώσοι άφησαν το Ερζιρούμ, την Τουρκία και βάστηξαν το Βατούμ και πισθοχώρησαν στη Ρωσία ο Ρωσικός στρατός. 

Ο παππούς με τους χωριανούς έζησαν στην Παϊπούρτη 30 χρόνια και με την  οπισθοχώρηση των Ρώσων μετοίκησαν στον Καύκασον της Ρωσίας , σε 100 χωριά της Τουρκίας. Τα χωριά αυτά είναι : Όλτη, Ναριμάν, Ποσίκ, Άνω και Κάτω Μερενές, Παντσαρότ, Αρσιανιάκ, Παρτούζ, Καραουργάν, Γιενίκει, Απουλπάρτ, Κέρογλου, Μουζινκέρτ, Χάνταρα, Κιζίλ, Καραουρούτ, Μέτσιτλι, Σαρίκαμισς, Γιαγπασάν, Τσατάχ, Γιολκοτσέμζ, Αλίσοφι, Καγκισμάν, Ατκόζ, Κετσιβάν, Σιραχανά, Ορτάκιοη, απάν και αφκά Τσαπίκ, Γιαλαούτσαμίν, Μολάμουσταφά, Γαρακιλισιά, Αρτός, Αζάτ, Μαγαρατσούχ, Βεζίνκιοϊ, Χατζή Βαλή, Σουπατάν, Χαλίφ ογλού, Χαραμίβαρταν, Ισλαμσόρ, Χιντσιρίκ, Μασουρτσούχ, Τιβίκ, Σαλούτ, Βερισιάν, Τσιπλαχλή, Γάμισλι, Πεζιρκιάντσιτ.., Λάλογλη, Αμιρχάν, Ζέλετσε, Γέϊτσα, Τουϊγούν, Μουζαράτ, Σιαράφ, Σαλούτ, Κεσέρ, Κούγι.., Ζεμζελέκ, Τουρκιασόν, Τιορκιλισέ, Αρταγάν, Χάσκιο, Σιντισκόμ, Τοροσκόβ, Πεπερέκ, Γανάχ, Φαχρέλ, Γιολιαπέρτ, Χασκιοϊ, Ταχταγουράν, Βαρκενέζ, Ντεμίρκαπού.

Είναι ακόμη 40 χωριά στην Τσάλκαν. 

Ο Νικόλαος Γολοβιάδης (παλαιόθεν Ιερακόπουλος), γεννηθείς 1835 και αποθανών το 1888. Ο παππούς μου το 1878 μετανάστευσε στον Καύκασο , με τη γυναίκα του και τα παιδιά του εις το χωριό Τσορμούκ (Κιζιλκιλισιά).

Ο πρώτος υιός του Κοσμάς (του παππού του το όνομα) και η γυναίκα του Μαρία από το χωριό Γενίκεϊ, ασή Κοτσάντων, παιδί δεν έκανε με την Μαρία. Με την  πρώτη του γυναίκα , Ζωή το όνομα , έκανε ένα κορίτσι Παρθένα και την πάνδρευσε σο Πελικπάσς, στον Δαμιανόν Γιαλαμίδην. Οι άνω όλοι πέθαναν, μονάχα τον θείο Κοσμά τον σκότωσαν οι Τούρκοι.

Το 1914 έκαναν οι Ρώσοι πόλεμο με την Τουρκία και τα Ρωσικά στρατεύματα προχώρησαν δια την Κωνσταντινούπολιν.

Φθάσαντες στο Ερζερούμ , τους σταμάτησαν και τους πλευροκόπησαν δυτικώς.

Ο Εμβέρ Πασάς με 200 χιλιάδες στρατό με ακτίνα 300 χιλιομέτρων έφθασαν στο δικό μας χωριό Τσορμούκ και από κει να κόψουν τη σιδηροδρομική γραμμή (και αργότερα θα το γράψω) 

Ο δεύτερος υιός του παππού Νικόλα είναι ο θείος μου Παύλος, πανδρευθείς την Ζωήν από το χωριό Πελικπάσς, γέννησε τον εξάδελφο μου Γεώργιον, με σύζυγον Χριστίνα , τέκνα Μαρία, Σοφία και Δημήτριον.

Όλοι πανδρέψανε και όλοι πεθάνανε εξόν την γυναίκα του Χριστίνα , που ζει και βρίσκεται εις το χωρίον Πεντάβρυσος Καϊλαρίων (Κουτλάρ), 98 χρονών.

Δεύτερος υιός του Παύλου , Αλέξιος, σύζυγος Ελένη, τέκνα Ιωάννην, Παύλον και Μακρίναν. Όλοι πέθαναν .

Τρίτος υιός του Λάζαρος με Κυριακή έτεκεν Ευτυχία , μετά τον θάνατον της Κυριακής ξαναπάνδρευσε την Τσαπικλίσα , έτεκεν Κοσμάν, Γεώργιον και Χαράλαμπον και πανδρέψανε και βρίσκονται εις το χωριό Πεντάβρυσο (Κουτλάρ) Καϊλαρίων.

Τέταρτος υιός του Παύλου , Κωνσταντίνος (Κεκές), πάνδρευσε την      Αγγελικήν  και οι δύο πέθαναν, τα παιδιά τους ζούνε , είναι εις το χωριό Πεντάβρυσος (Κουτλάρ) Καϊλαρίων. 

Ο τρίτος υιός του παππού Νικόλα είναι ο Ιωάννης , σύζυγος Ελένη Στιλπνοπούλου. Ο Ιωάννης ήλθε στην Ελλάδα το 1913, μόνος του με τον υιόν του Κλήμην, τον φυγάδευσε από το Ρωσικό στρατόν.

1. Ο πρώτος υιός του Νικόλαος , σύζυγος Μαρία.

2. Χρήστος συζυγος Μαρία Πασσαλίδου , άτεκνοι, έχουν ένα ψυχογιό, παιδί του εξαδέλφου του από την Πεντάβρυσο Καϊλαρίων του Λάζαρου Παπαδόπουλου.

Χαράλαμπος συζ. Χρισάνη του Χατσίκα ασό Παρτούς , τέκνα Νικόλαος βρισκόμενος σήμερα στην Τασκένδη της Ρωσίας , Τηλέμαχος , Κωνσταντίνος.

Θυγάτηρ του Ιωάννη Ειρήνη, σύζυγος Χαράλαμπου Πινπαχιρίδου και

Ευθυμία σύζυγος του Αλκιβιάδη και

Μαρία, σύζυγος του Τσαφαρίδου και

Βασιλική σύζυγος Ονουφρίου Παπαδόπουλου, τέκνο Μιχάλην.

8. Τελευταίος υιός του Ιωάννου , Ευθύμιος, σύζυγος Παρθένα και τέκνα Κωνσταντίνος  , Διογένης, Γεώργιος, Λεωνίδας, Ευθυμία και Δέσπω , θυγατέρες.

 

Τέταρτος υιός του παππού Νικόλα ο θείος μου Θεόδωρος σύζυγος Ευδοκία Αρχιτεκτονίδου, έτεκεν υιόν Ιάκωβον συζ. Αλεξάνδρα (Πούση), το παιδί Ευθύμιος και Θεμιστοκλής , ο οποίος είναι και πατσανάκης μου , γυναικάδελφή μου Μαρίαν Μ. Ποιμενίδου με θυγατέρα Ροδάνθη και γαμβρόν Ηλίαν τριανταφυλλίδην με τέκνα . Και οι δύο είναι καθηγηταί, του πανεπιστημίου. Η Ροδάνθη έχει ένα κορίτσι και ένα αγόρι με όνομα του παππού Θεμιστοκλή, το κορίτσι Εύη.

Ο πατσανάκης μου Θεμιστοκλής ήταν υπάλληλος στην τράπεζα και απέκτησε περιουσία και σπούδασε τα παιδιά του και απέκτησε μεγάλη περιουσία. Ο Θεμιστοκλής όμως απέθανεν το…..από την κακήν αρρώστεια , ονομαζόμενον καρκίνον, έχει διαμερίσματα στη Θεσσαλονίκη και στη Βέροια και στα Παλατίτσια και χωράφια γύρω στα 80 στρέμματα και όλοι είναι καλά.

Ο τρίτος υιός του Θεόδωρου του θείου μου , Γεώργιος, η πρώτη γυναίκα του πέθανε ονομαζόμενη Ελισάβετ, η δεύτερη λεγόταν Όλγα Κορυφίδου, απέκτησεν παιδιά Θεόδωρον, Σπαρτάκην, Πάτροκλον και Αριστοτέλης, ο οποίος σκοτώθηκε στα ανταρτικά, όλοι με γυναίκες και παιδιά.

Και ο πατέρας τους Γεώργιος ήταν της οργάνωσης ΕΑΜ επί κατοχής και τον συνέλαβαν οι Γερμανοί και μαζί με αυτόν σκότωσαν άλλους πενήντα νοματούς στη Θεσσαλονίκη το 1942. Ήταν συνομήλικός μου και φίλος , αιωνία η μνήμη του.

Είχε ακόμα ένα τον μικρότερον και αγαπητόν διά όλην την κοινωνίαν με το όνομα Κίτσος , και τον είχαμε πρόεδρον της κοινότητάς μας δωδεκαετίαν 12.

Τα παιδιά του Γεωργίου Παπαδόπουλου του Θεοδώρου όλα είναι πανδρεμένα και με παιδιά και ευκατάστατα.

Αγαπητή οικογένεια. 

Ο τρίτος υιός του θείου Θεοδώρου είναι ο Ιωάννης , σύζυγον την Όλγαν από το χωριόν Τιβίκ Καυκάσου, έτεκεν τον Μιλτιάδην, ο οποίος σκοτώθηκε στο αντάρτικον και μίαν θυγατέρα Ελένην πανδρεύτηκε με το Γεώργιον Στιλίδην Αθανασίου . Όλοι πέθαναν και έμεινεν ο Στυλίδης και υιός του Ιωάννης. 

Η πρώτη θυγατέρα του παππού μου είναι η Σοφία , σύζυγος Κωνσταντίνος Σαββίδης .

Ο πρώτος υιός της ήταν ο Θεόδωρος σύζυγος Ειρήνη.

Δεύτερος Χαράλαμπος (Καζάκος) συζ. Μαρία και τέκνα . Θυγάτηρ Μαρία , σύζυγός της Κωνσταντίνος Παρχαρίδης με παιδιά και θυγατέρες 

Η δευτέρα θυγατέρα του παππού είναι η Δεσποινή με Κωνσταντίνον από το χωριό Γενικιοϊ, απέκτησεν μία θυγατέραν ονόματι Μαρία με σύζυγον Ιωάννην Διαμαντίδην (Γιαμάκ), παιδιά

1. Βασίλειον, σύζυγον Μαρία Ακριβοπούλου

2. Δημήτριον , στρατιώτης σκοτώθηκε

3. Ευστάθιος συζ. Άννα Πετρίδου, νέος υπάλληλος της τραπέζης πέθανε,

4. Χαράλαμπος πέθανε.

5. Νικόλαος σύζυγος Ελένη Στιλπνοπούλου,

6.  Βασίλειος αξιωματικός του Ελληνικού στρατού, σκοτώθηκε στον Αλβανικόν πόλεμον 1940 και ο υιός του Νικολάου , Ιωάννης σκοτώθηκε στα ανταρτικά 1947. Επί τρεις ημέρες ήταν σκοτωμένος , πληγωμένος , σκουλήκιασε η πληγή . Έζησε δύο ημέρες και πέθανε.

Ο Αξιωματικός Βασίλειος Διαμαντίδης που σκοτώθηκε στο Αλβανικόν πόλεμον είναι  αδελφός του Νικολάου Διαμαντίδου , ο Νικόλαος είχε ακόμη έναν αδελφόν Λάζαρον. 

Ο πέμπτος υιός του παππού είναι ο πατέρας μου Χαράλαμπος γεννηθείς το 1869 και πέθανεν το 1902 και η μητέρα μου το γένος Τσουκαλά Κυριακή από το χωριό Ναρμάν Καυκάσου.

Ο πατέρας ήταν καλός τεχνίτης γλύπτης και ζωγράφος, εγγράμματος , θρησκόληπτος , είχε μεγάλην ευγλωττίαν στο λέγειν στα εκατό (χωριά) τους τέμπλους των εκκλησιών όλα αυτός και ένας ακόμη από το χωριό Τσιπλαχλή του Καρς , τον οποίον έκανε κουμπάρον

( εβάπτισε τον αδελφόν μου Άγγελον), το όνομά του Παπά Μύρων. 

Ο πατέρας είχε δύο θυγατέρες και πέντε αγόρια , η Ρεβέκκα γεννηθείς το 1886 και αποθανών το 1887, η Θεοπίστη γεννηθείς το 1888 και αποθανών το 1889.

1. Ο πρώτος υιός του πατέρα μου Άγγελος , αδελφός μου , γεννηθείς το 1890, πανδρεύθηκε την Μαρία Γιαχουτσίδου από το χωριό Παρτούζ.

Ο Άγγελος πέθανε , η Μαρία γεννήθηκε το 1896 και πέθανε.

Το πρώτο παιδί του Αγγέλου, θυγάτηρ Χαρίκλεια, πανδρευθείσα τον Αριστείδην Στυλίδην, απέκτησε παιδιά τον Άγγελον, την Φούλαν , την Κυριακίτσαν, τον Χρήστον, οποίος σκοτώθηκε στο Αντάρτικον, ο Πέτρον και ο Νίκον.

Δεύτερο παιδί , θυγάτηρ Ανδρονίκη, πανδρεύτηκε το Δημήτριον Μαστερόπουλον , απέκτησε κορίτσια , Φρόσω , Ελένη, Μαρία , Αγγέλα, Χρυσούλα και Νικολέτα.

Τρίτη θυγάτηρ , Θεοπίστη δεν πανδρεύθηκε

Τέταρτο παιδί Θεόφιλος υιός του Αγγέλου, πανδρεύτηκεν από τα χωριά του Γιδά, την λεγομένην Φανήν και απέκτησεν δύο όμορφα κορίτσια , την Μαρία και Αγγέλα.

Ο Θεόφιλος του Αγγέλου Παπαδόπουλος, κατοικεί σήμερα στη Θεσσαλονίκη, έχει ζαχαροπλαστείο, άξιος και χαριτωμένος.

 

Τη 13 Ιουλίου 1981

Γ. Χ. Παπαδόπουλος.
 

Η τρίτη θυγάτηρ του Χαραλάμπου, αδελφή μου Χαρίκλεια, γεννήθηκε το 1892, πανδρεύτηκε εις το κάτω χωριό Τσορμούκ τον Τριαντάφυλλον Ζαϊφίδην τη Ζαπούν , απέκτησε ένα κοριτσάκι και απάνω στον τοκετόν απέθανε το 1910 έτους.

2. Το δεύτερο αγόρι του Χαράλαμπου , πατέρα μου , ο Νικόλαος αδελφός μου γεννήθηκε το 1894.

Το 1914-1915 ήταν να υπηρετήσει στο Ρωσικόν στρατόν αλλά επειδή κατεπάτησε τα μέρη μας ο Τούρκος , φύγαμε απ’ τα χωριά μας και ως πρόσφυγαν δεν τον πήραν στρατιώτη και πήγε στο μέτωπο και πουλούσε στον στρατόν το Ρωσικόν τσιγάρα και διάφορα άλλα πράγματα . Και λόγω του χειμώνος και το κρύον , τον έπιασε ο τύφος και μια των ημερών που βρισκόμεθα μέσα εις την πόλιν Καρς ως πρόσφυγες , η Δημαρχία ήθελε τους πρόσφυγες να στείλει στο εσωτερικόν της Ρωσίας.

Ήλθαν τα κάρα της δημαρχίας να φορτώσουν την οικογένειάν μας . Φέραμε αντιρρήσεις επειδή είχαμε άρρωστο τον Νικόλαον , αδελφόν μας . Και με το ζόρι μας έβαλαν τα πράγματα στα κάρα και μας έστειλαν στον σταθμόν (στο τρένο) και μετά στο εσωτερικόν της Ρωσίας , επειδή τα μέρη μας ήταν στα σύνορα. Στο δρόμο την πρώτη νύχτα , απάνω στο βαγόνι πέθανε ο αδελφός μου. Φθάνοντας στον προορισμό , μας κατέβασαν στον σταθμόν (Σαντάρ) την οικογένειαν, μας έκαναν καραντίναν.

Τους άλλους πρόσφυγας στα κάρα και στο δημόσιον δρόμον 70 χιλιόμετρα μακριά σε ένα εργοστάσιο υαλοποιϊας . Φύγαν αυτοί και εμείς στο σταθμόν κοντά ένα παλιό εκκλησάκι μέσα , θάψαμε τον αδελφόν Νικόλαον . Μαζί μας άλλη οικογένεια , πρόσφυγες από το χωρίο Παρτίζ , και αυτή ένα μικρό πέθανε , και αυτοί καραντίνα. Εκεί πλησίον ένα χωριό Τουρκικό , όμως ρωσοϋπήκοοι , έβαλαν ένα φυλάκιον χωροφύλακες και μας φυλάνε. Σε 30 ημέρες έληξεν η καραντίνα και τα κάρα και μας έστειλαν στο εργοστάσιον.

Εκεί στο νέο χωριό (Σισιά Ζαβότ) έκανα τον τσαγκάρη ένα διάστημα και ύστερα πηγαίναμε στο ημεροκάματον  , θερίζαμε στα λιβάδια των τσιφλικάδων . Είχα και ένα φίλο μου συνομήλικο από το κάτω χωριό Τσορμίκ με το όνομα Θεόπιστος (τη Πότσονος) , με αυτόν μαζί επί δύο μήνες και τρεις άλλους μήνες δουλεύαμε σε κάποια εκκλησία Αρμένικη , επάνω σε ένα βουνό.

Εκεί δύο χωριά  ελληνικά , Τσαμ-Παχτσιά , από εκεί ήταν ο εργολάβος . Μαζί μας  ήταν και ο αδελφός Άγγελος, ο εξάδελφος Γεώργιος του θείου Παύλου και ένας Τσορμικλής Ιωάννης Αδαμίδης του Αδάμ , και ένας εργάτης τσορμικλής Αβραάμ Πασσαλίδης Α.

Ήταν Μάιος μήνας , μια Κυριακή κατέβηκα στην οικογένεια σο Ζαβότ. Ήταν 15 χιλιόμετρα μακριά . Στο χωριό έμαθα πως πέθανε η Κυριακή Λ. Παπαδόπουλου , εξαδέλφου μου , πέθανε η Σοφία τη Τρανέσας Αρχιτεκτονίδου , πέθανε η Φύλη της Τρανέσας   και η Φύλη τη Σόνας Στιλπνοπούλου. Πέθανε ο θείος Παύλος , αδελφός του πατέρα μου και μερικές οικογένειες φύγανε στην πατρίδα Κάρς. Και αρρώστησα και εγώ από χολέραν , όπως και αυτοί που πέθαναν .

Έκατσα στο κρεβάτι δεκαπέντε ημέρες από χολέρα, ευτυχώς που δεν πέθανα. Μετά την ανάρρωσή μου ήλθεν στο Ζαβότ (είναι το τσιφλίκι που μένουμε οι πρόσφυγες) , ήλθεν ο εξάδελφος Λάζαρος του θείου Παύλου , στρατιώτης με άδεια από το δυτικόν μέτωπον (Πολωνία). Εκεί έμαθε το θάνατο της γυναικός του , Κυριακής το γένος Κεφαλίδου και άφησεν μίαν κόρην ορφανήν. Έκατσε δεκαπέντε ημέρες και έφυγεν διά το μέτωπον. Θα περάσει από το Σαρίκαμις και απ’ το χωριό μας Τσορμίκ, διά το Ερζηρούμ. Μετά ημερών έλαβον ένα γράμμα από τον εξάδελφόν μου Γεώργιον Θ. Παπαδόπουλον , συνήλικός μου και φίλος γνήσιος,  και μου έγραψε πως φεύγει στρατιώτης αυτός και η παρέα του , κάπου 40- 50 άτομα, 4 κλάσεων . Στην κλάση αυτή , την 4η είμαι και εγώ . Και γράφει , είναι ημέρα της Παναγίας , 15 Αυγούστου , αύριο φεύγομεν για το Βατούμ , στην μετεκπαίδευση ένα μήνα και από εκεί στο Τουρκικό μέτωπο, πίσω από το Ερζερούμ. Κάνε και ναλθής εδώ στο δημαρχείο και από εδώ θαλθής να μας βρείς στο Βατούμ. Αλλά επειδή χρειάζονται διατυπώσεις στα τρένα αναγκαστικώς θα φύγω πεζοπορείαν επτά ημερών . Από τις κλάσεις αυτές ήταν μερικοί μαζί μου. Μία των ημερών ξεκινήσαμε με τα πόδια από την Τυφλίδα μέχρι Καρς- Σαρίκαμίς , αυτό γίνεται το 1915 Σεπτεμβρίου 15. Πήγα και κατατάχθηκα.
Με βάλλανε δεκαπέντε ημέρες φυλακή επειδή άργησα ένα μήνα να καταταγώ . Με έστειλαν συνοδεία με χωροφυλακή από το Σαρίκαμις μέχρι και την Όλτην και από Όλτη μέχρι Καρς .......Αλλά επειδή η χωροφυλακή , η συνοδεία μας , ήταν Έλληνες από τα χωριά μας , δεν πήγαν τον δρόμον Όλτη-Καρς , από το δημόσιον δρόμον. Γυρίσαμε από Όλτη και πίσω στο χωριό και από κει στο Καρς , όπου καθήσαμε τρεις ημέρες αποχαιρετήσαμε και φύγαμε. Είμασταν μερικοί που οι οικογένειές τους ήταν στο Ζαβότ και είμασταν σαν ορφανά . Οι άλλοι είχαν τους πατεράδες , τις μητέρες , τα αδέλφια τους , αδελφές -αδελφούς και τους συνόδευσαν ένα χιλιόμετρο εξώ από το χωριό Τσορμίκ , εμείς........;
Τέλος φθάσμαε στο Καρς και από κει στο Βατούμ , στους στρατώνες . Εκεί βρήκα μερικούς φίλους μου (από τους οποίους) ι μερικοί φύγανε στο Δυτικό Μέτωπο εναντίον των Γερμανών και άλλοι εναντίον των Τούρκων στο Νότιο Μέτωπο.
Μας γύμνασαν στο Βατούμ τρεις μήνες και τον Αύγουστο μήνα μας έστειλαν με ένα μεγάλο πλοίον στα σύνορα στο Χόϊ (Χόπα;). Μας έριξαν στα παράλια της Τουρκίας (Μαύρης Θάλασσας).

 Τρεις χιλιάδες άντρες χτυπούσαμε με οπλοπολυβόλα και πυροβόλα , επί πέντε έξι ώρες και το βράδυ γυρίζαμε πάλι στο Βατούμ. Επί δέκα πέντε ημέρες αυτό το βιολί . Κατόπιν αναπαύσεως μιας εβδομάδος , ξεκινήσαμε διακόσιες χιλιάδες στρατός με όλον τον εξοπλισμόν και τέσσαρα πολεμικά πλοία, ανά δέκα πυροβόλα σε κάθε πλευρά.
Επί έξι ώρες βομβάρδιζαν σε ακτίνα τεσσαράκοντα χιλιομέτρων . Εμείς είμασταν απάνω στα πλοία , αμέσως (αποβιβασθήκαμε) με τις βάρκες στην ξηρά και εμπρός πυροβολούσαμε φθάνοντας στα χαρακώματα.
Ο επικεφαλής με την διαταγή εμπρός στην λόγχη (amaka ρωσ.) και φωνές ......ουρά !!! Και καταλάβαμε την πρώτη γραμμή .

Επί τρεις ημέρες προχωρούσαμε κάπου πενήντα χιλιόμετρα εμπρός και (μετά) σταματήσαμε επί ένα μήνα. Δεν μπορούσαμε να προχωρήσουμε . Πιάσαμε κάπου δυόμισι χιλιάδες αιχμαλώτους και από την παραλία μερικοί στρατιώτες τους πήραμε (συνοδεία) για το Βατούμ. Φθάνοντας εκεί τους παραδώσαμε και γυρίζοντας με άλλους δυόμισυ χιλιάδες στρατό (φτάσαμε) πάλι στο μέτωπο. Στο δρόμο απάνω (και ενώ είμασταν ) στο πλοίο , τη νύχτα (ήρθε) διαταγή να εφοδιασθούμαι με κάτι μάσκες. Όλη τη νύχτα είμασταν στο πόδι , διότι μας κυνηγούσε ένα υποβρύχιο . Δίπλα στο πλοίο,  ένα θωρακισμένο πλοίο περιπολούσε .
Εμείς (είμαστε) έτοιμοι άμα πυροβολούσαν το υποβρύχιο,  να πεταχθούμε στη θάλασσα. Τα ξημερώματα φθάσαμε εις την περιφέρειαν ¨Οφης . Εκεί αμέσως κάναμε αποβίβασιν και αρχίσαμε επιθέσεις απάνω στην Τραπεζούντα . Το όνομα Όφης είναι η περιφέρεια και οι κάτοικοι ονομάζονται Οφλήδες. Είναι δέκα πέντε χωριά αυτοί . Όλοι ήταν Έλληνες και έγιναν όλοι Τούρκοι εν καιρώ  της τουρκοκρατίας , και ακόμα μιλάνε Ελληνικά.
Προχωρήσαμε και την 25 Απριλίου (1916) καταλάβαμε την Τραπεζούντα . Εκείνες ταις ημέρες αντάμωσα στην Τραπεζούντα τον εξάδελφόν μου Γέωργιο Θ. Παπαδόπουλον και την βραδιά αυτήν πήγα μαζί του στον Πόζτεπέ (τοποθεσία) και έμεινα τη νύχτα στο αντίσκηνό του . Εκείνη τη νύκτα δεν κοιμήθηκα καθόλου , όλο και λέγαμε τα νιάτα μας και όλη τη ζωή μας. Νύχτα , το πρωί έφυγα στο Σύνταγμα μου. Κάναμε ανάπαυσιν ένα μήνα στην Τραπεζούντα . Γυρίσαμε όλα τα μέρη , το Γυμνάσιον , ταις εκκλησίες και ξεκινήσαμε στο Χαψίκιοϊ . Και από εκεί στην Ζήγαναν (χωρία αυτά) και από εκεί στην Κρώμνην και το χωριό του παππού, Νικολάου Γολοβιάδη. Και δίπλα στη Σάντα . Και η Κρώμνη και η Σάντα έχουν 7 μαχαλάδες (χωριά) η κάθε μια. Η Σάντα είναι η πατρίδα του παππού της μάνας μου , λεγόμενος Τσουκαλάς.
Και από εκεί προχωρήσαμε στην περιφέρεια Κιμισχανάς. Εκεί κάθε μέρα και επιθέσεις . Είχαμε πολλούς νεκρούς , κουρασθήκαμε πολύ και δεν προχωρούσαμε, απελπισθήκαμε.....
Και ο Στρατός έκανε στάση , το ιδικόν μου σύνταγμα λεγόταν 5η.............στα ρωσικά, δηλαδή 5ο Συνοριακό Σύνταγμα , 4ο Τάγμα , 8ος λόχος .
Αφού εκάναμε στάσιν , γιατί είχαμε πολύ καιρό στο μέτωπο και έπρεπε να κάνομε ανάπαυσιν , μας διάταξαν τάχα για να πάμε πίσω για ανάπαυσιν . Εκεί που πηγαίναμε , πίσω μπροστά μας έβαλαν στα δύο πλάγια στρατιώτας. Πυροβόλησαν και μας σταμάτησαν , βάλαμε πυραμίδες τα όπλα , και μας διάταξαν (να πάμε) μπρός εκατό μέτρα. Σηκώθηκαν  απ' την κρυψώνα (οι στρατιώτες) και περίλαβαν τα όπλα και μείναμε άοπλοι.
Μας έφεραν όπισθεν του μετώπου και μας φόρτωσαν ανά δύο οβίδες μεγάλες και δρόμο δέκα και πέντε χιλιόμετρα. (Μετά) μας λέγαν λάθος , σε άλλη απόσταση άλλα δέκα πέντε χιλιόμετρα. Για δέκα ημέρες (γινόταν) αυτή η δουλειά , μετά μας έφεραν στην πόλη Κιμισχανά.
(είμασταν) πεινασμένοι , και άρχισαν ταις ανακρίσεις επί δέκα ημέρες. ¨Εβγαλαν 18 κατηγορούμενους , οι περισσότεροι λοχίαι . Ο ένας λοχίας (από αυτούς) ήταν  Μαλακάνος,  Ρώσσος διαμαρτυρόμενος , ζούσε και αυτός στον Καύκασο.Το χωριό του ήταν κοντά σε μας και όμως (αυτός) δούλευε στη Πακκού (Μπακού) εργάτης στα πετρέλαια.
Και (αυτός)  ήταν οργανωμένος στα Σωματεία της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας , παράνομος . Επειδή ήμουν δίπλα από το χωριό του , ρωσσικά με φώναζε ..................(πατριώτη) και πάντοτε στεγαζόμαστε μαζί σε ένα αντίσκηνο.
Στις ανακρίσεις τον κατέδοσαν και αυτόν και επειδή ζούσα με αυτόν , έβαλαν και σε μένα υποψία. Επειδή εγώ ήμουνα μικρός στην ηλικία (αυτός ήταν έφεδρος και με περνούσε οκτώ χρόνια) με φύλαγε και μ' αγαπούσε . Τότε υποψιάσθηκαν και σε μένα. Εγώ τότε δεν ήξερα από ιδεολογίες καιι πολιτική . Κάθε ημέραν με έπαιρναν και εμένα ανάκριση και τελευταία (αφού) είδαν ότι δεν ξέρω τίποτε με άφησαν ελεύθερον.
 Μετά από μία εβδομάδα έξω από την Κιμισχανά , άνοιξα δέκα οκτώ τάφους και από ένα πάσσαλο μπηγμένο σε κάθε τάφο. Ήταν 6 Αυγούστου , της Μεταμορφώσεως . Το πρωί φώναξαν όλο το Σύνταγμα . Στη φασαρία όμως , στην στάσιν  , ήταν (μπλεγμένο) μόνο το δικό μας Τάγμα . Και το σύνταγμα όλο φτάνοντας στον τόπο της εκτελέσεως , δέσανε τον κάθε κατηγορούμενο στον πάσσαλο , δίπλα στον τάφο . Προτού τους εκτελέσουν , τους γύρεψαν τον καθένα τον λόγον , (αλλά) κανείς δεν θέλησεν να μιλήσει , μονάχα ο δικός μας επιλοχίας , εγύρεψε το δικό μου το όνομα, με φώναξε.
 Ο επικεφαλής της εκτελέσεως αξιωματικός εφώναξε Γεώγιος Γολοβιάδης , και είπα παρόν. Εφώναξε .....να' λθής εδώ .....και παρουσιάσθηκα στον φίλον μου. και με άπλωσε (τότε) ένα ωρολόγιο και μου λέγη ....πάρε αυτό το ωρολόγιον και θα το στείλεις στην αδελφήν ....θα της πεις ότι είδες και χαιρετίσματα...... Και μετά ο αξιωματικός φώναξε ....πύρ!
Και από μια χαριστική βολή . Τους σκεπάσανε και μας διέταξαν κατά τετράδες να τους πατάμε τους τάφους μ' ένα τραγούδι. Τους πατήσαμε τους τάφους δέκα φορές.
Από εκεί ξεκινήσαμε για τα αντίσκηνα . Ταις ημέρες εκείνες διαδόθηκε πως το σύνταγμα θα πάει στην ανάπαυσιν . Πραγματικώς μία των ημερών ξεκινήσαμε από την Κιμισχανά ,τον Δημόσιον δρόμον διά το Ερζηρούμ . Με το πόδι περπατήσαμε τέσσαρες ημέρες και φθάσμαε στην ΒαΪπούρτην , και φθάσμας στην Σηδηριδρομικήν γραμμήν Ερζηρούμ - Κωνσταντινούπολης . Ήταν Αυγούστου 26 του 1916.
 

Συνεχίζεται......