Εδώ ακούτε ποντιακή μουσική


Joomla Slide Menu by DART Creations
Facebook Share
Share on facebook

Σε αναζήτηση του Τσορμίκ (μικρό ταξιδιωτικό).

 

Χάρτης περιοχής Τσορμίκ (Kaynak)Με μόνο εφόδιο ορισμένες αφηγήσεις από τους γεροντότερους και κυρίως βασισμένοι σε πληροφορίες που είχαμε από τον παππού μας Γεώργιο Πιμπαχειρίδη (Σκαντάλ) και τον μπάρμπα Γιώργο τον Παπαδόπουλο (Τσουκαλά) , ξεκίνησα τον Αύγουστο του 2006 για πρώτη φορά το ταξίδι μου για  να βρω την πατρίδα των προγόνων μου , το Τσορμίκ και το Χιγκιάρ των παλιών παρακαδιών μας ,  όταν ακόμη δεν είχε φύγει η πρώτη γενιά των προσφύγων , η γενιά των παππούδων μας.

Η ολιγομελής παρέα μας αποτελούνταν από εμένα τον αδερφό μου Κώστα Στυλίδη και τον αδελφικό μας  φίλο (ομογενή Σανταίο από τη Γεωργία) Γιώργο Κοβιτίδη. Μαζί μας ήταν και ο ανεψιός του προαναφερόμενου Χρήστος Καπασακαλίδης

Ξεκινήσαμε οδικά μ’ ένα TOYOTA RAV 4 , που ήταν και το πρώτο μου αυτοκίνητο , αυτοκίνητο το οποίο μετά από ένα χρόνο καταστράφηκε σε τροχαίο ατύχημα (αχ.....!)

 

Αφού πήραμε τις αναγκαίες προμήθειες , για ένα τόσο μεγάλο ταξίδι , ξεκινήσαμε από τη Θεσσαλονίκη στις 14/8/2006 και το πρωί του δεκαπενταύγουστου ήμασταν στην Τραπεζούντα . Για μένα ήταν η δεύτερη φορά που επισκεπτόμουν τον ιστορικό Πόντο και έτσι αφού έκανα μια μικρή περιήγηση με τους συντρόφους μου μέσα στην πόλη της Τραπεζούντας  επισκεφτήκαμε την Παναγία Σουμελά και κατόπιν συνεχίσαμε το ταξίδι μας για τη Γεωργία . Στη Γεωργία μείναμε για περίπου πέντε ημέρες  στο σπίτι του φίλου μας Γιώργου Κοβιτίδη στην Ντάγκβα (Τάκοβα ) της Γεωργίας , ονομαστό χωριό Σανταίων στην περιοχή του Βατούμ ( Κομπουλέτι) της Γεωργίας . Κατά τη διαμονής μας εκεί επισκεφτήκαμε πολλές εστίες συμπατριωτών μας Σανταίων όπως τα χωριά Κούρικα (Κβίρικε) , Άσκοβα (Ατσκβα) , Αχαλσιόν , και Τάκοβα . Η Άσκοβα εξάλλου ήταν  η πατρίδα της προγιαγιάς μας Μαρίας Ακριβοπούλου (Ακριβεσίνας) το γένος Χριστόφορου Κουρτογλίδη η οποία ήταν γεννημένη το 1874 στο Πιστοφάντων της  Σαντάς.Κατά την ολιγοήμερη παραμονή μας  επισκεφτήκαμε και περιηγηθήκαμε τόσο το Βατούμ όσο και το Κουταϊς άλλοτε μεγάλα κέντρα του Ελληνισμού της Μαύρης θάλλασσας.

Παίρνοντας το δρόμο της επιστροφής στην Ελλάδα, και ξεκινώντας το αληθινό μας ταξίδι,  περάσαμε τα σύνορα της Γεωργίας με την Τουρκία και αφού διήλθαμε τη Χόπα , η οποία είναι η πρώτη  παραλιακή πόλη της Τουρκίας   κατευθυνθήκαμε αριστερά προς το εσωτερικό της βορειοανατολικής Τουρκίας και ειδικότερα προς την πόλη Αρτβίν με σκοπό να ανακαλύψουμε επιτέλους το Τσορμίκ των ονείρων μας.

Πρόθεσή μας ήταν να φτάσουμε στην ¨Ολτι , στην περιφέρεια της οποίας σύμφωνα με τις πληροφορίες μας ανήκε και το Τσορμίκ. Στην πεποίθηση αυτή οδηγηθήκαμε τόσο από μνήμες που είχαμε από τους γεροντότερους όσο και από έναν παλιό χάρτη με τα Ελληνικά χωριά του Καρς του αείμνηστου συγγραφέα Γεώργιου Γρηγοριάδη . Πάντως είχαμε  κάποιες αμφιβολίες καθώς η μνήμη που είχαμε από τους παππούδες μας ήταν ότι το Τσορμίκ βρισκόταν κοντά στην πόλη του Σαρί Καμις . Οι παραπάνω αμφιβολίες και γενικότερα η σύγχυση μας ενισχύθηκε από το γεγονός ότι το Τσορμίκ δεν αναφέρονταν σε κανένα σύγχρονο χάρτη της Τουρκίας . Επιπλέον ούτε και μετά από σχετική αναζήτηση μας στο διαδίκτυο μπορέσαμε να το εντοπίσουμε, πλην κάποιας αχνής ελπίδας καθώς είχαμε καταλήξει ότι εντοπίσαμε το παλαιό και γνωστό από τους προγόνους μας Παρτούζ (γειτονικό προς το Τσορμίκ χωριό ) ........

Η παραπάνω διαπίστωση μας έπεισε ότι τόσο το Τσορμίκ όσο και τα άλλα χωριά τα οποία ανέφερε ο χάρτης είχαν αλλάξει το όνομά τους και ως εκ τούτου δεν μπορούσαμε να βασιζόμαστε σε αυτόν.

Με μόνο σίγουρο προορισμό λοιπόν την Όλτι και εφόσον το Σαρί Καμίς ήταν αρκετά μακρύτερα κατευθυνθήκαμε προς την πόλη αυτή. Αφού περάσαμε την ορεινή διάβαση του Τζανκουρταράν , φτάσαμε στο Αρτβίν και ακολουθήσαμε ένα δρόμο παράλληλα με την κοίτη του ποταμού Τσορούχ (Άκαμψης) , ποταμού ο οποίος διατρέχει τον Πόντο ,  το νομό Ερζερούμ  και Κάρς , μπαίνει στη Δημοκρατία της Γεωργίας και εκβάλλει στη Μαύρη θάλασσα κοντά στην πόλη του Βατούμ ως ποταμός Τσορόχι πια.

Η διαδρομή μας έκανε φοβερή εντύπωση καθώς εφόσον πλησιάζαμε υποτίθεται στον προορισμό μας θα έπρεπε σύμφωνα με τις αφηγήσεις των παππούδων μας να συναντούμε απέραντα δάση και λιβάδια , λουλούδια και κρύα νερά !  Σε πλήρη αντίθεση με όλα αυτά το τοπίο το οποίο διασχίζαμε ήταν εντελώς άνυδρο , πετρώδες και γυμνό. Βουνά απόκρημνα σε απίστευτους γεωλογικούς σχηματισμούς σχημάτιζαν ένα φαράγγι (το φαράγγι της Μπόρτσκα) μέσα από το οποίο κυλούσε ορμητικός και θολός ο ποταμός Τσορούχ.Το φαράγγι της Μπόρτσκα

Η προσγείωση ήταν πραγματικά ανώμαλη , καθώς αντί της ειδυλλιακής εικόνας την οποία είχαμε πλάσει με τη φαντασία μας , και σε ακραία αντίθεση με την οργιαστική βλάστηση του Πόντου και της Γεωργίας , διασχίζαμε αυτή την ΄΄έρημο΄΄, η οποία παρά το γεγονός ότι ήταν επιβλητική μας μας οδήγησε αναπόφευκτα σ’ ένα σκεπτικισμό και σε σκέψεις του τύπου ΄΄ντο δουλείαν είχαν αδακές  τεμετέρ , πως εζήναν αδαπάν!΄΄.

Το ταξίδι ήταν κουραστικό λόγω των συνεχών στροφών μέσα στο φιδωτό φαράγγι, και η  κούραση αυτή μεγάλωνε ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι  δε γνωρίζαμε που πηγαίνουμε ακριβώς  . Είχαμε σχεδόν απελπιστεί και μόνο η σφοδρή επιθυμία μας και ο διακαής πόθος μας για την πατρίδα δε μας απέτρεψε από το να γυρίσουμε πίσω.

Το μόνο που μας κρατούσε ήταν ο νόστος και η αρωθυμία και το αίσθημα ότι δεν μπορούσαμε να εγκαταλείψουμε τώρα που φτάναμε σχεδόν κοντά στην πηγή να πιούμε το νερό της Πατρίδας.

Ακολουθώντας τις καλά ενημερωμένες πινακίδες φτάσαμε τελικά στην Όλτη η οποία βρίσκεται σ’ ένα οροπέδιο γύρω στα 1200 μ.

Αφού φωτογραφίσαμε το ονομαστό κάστρο της μικρής αυτής πόλης της ανατολικής Τουρκίας  αποφασίσαμε τελικά ότι για να βρούμε το Τσορμίκ θα πρέπει να απευθυνθούμε στους ντόπιους κατοίκους .Ποιος όμως θα έφερε σε πέρας τον άθλο αυτό αφού κανένας μας δεν ήξερε τούρκικα και σε κάθε περίπτωση το γεγονός ότι βρισκόμασταν στην καρδιά της ανατολικής Τουρκίας η οποία είναι η πιο υποανάπτυκτη περιοχή της γειτονικής  χώρας ,  με ένα αυτοκίνητο με ελληνικές πινακίδες και  κυριολεκτικά στη μέση του πουθενά,  μας δημιουργούσε αν όχι κάποιο είδος φόβου σίγουρα δισταγμό. Ο θαραλλέος λοιπόν αδερφός μου ανέλαβε την αποστολή αυτή , επιστρατεύοντας τα λίγα Γερμανικά που ήξερε από τον καιρό της μετανάστευσής του στη Γερμανία........! Υπολογίζαμε ότι όλο και κάποιον πρώην μετανάστη της Γερμανίας θα συναντούσαμε. Μπήκαμε λοιπόν σε ένα καφενείο και αρχίσαμε να ρωτάμε ΄΄αρκαντάς Τσορμίκ κιοϊ νερντέ ή μάι φρόιντ νερντέ Τσορμίκ κιοϊ΄΄   μάταια όμως κανένας παρά τις φιλότιμες προσπάθειές τους δεν γνώριζε ούτε το Τσορμίκ ούτε το Χιγκιάρ.

Για καλή μας τύχη , πριν φύγουμε απελπισμένοι , μου ήρθε η φαεινή ιδέα να αναφέρω το όνομα του Παρτούζ , το οποίο πάντοτε ήταν το μεγάλο χωριό της περιοχής .  Κάποιος χωρικός άρχισε να μου λέει κάτι στα τούρκικα και κατάλαβα ότι μου έλεγε ότι το Παρτούζ έχει αλλάξει όνομα και  θα έπρεπε να το αναζητήσουμε με το σύγχρονο όνομά του δηλαδή ως GAZILER , ΄΄γενί ισμί Gaziler΄΄.

Αναγκαστήκαμε να πάρουμε το  δρόμο της επιστροφής , γιατί  μολονότι η απόσταση μεταξύ Όλτης και Παρτούζ δεν είναι μεγάλη μεσολαβούν πανύψηλα και απόκρημνα βουνά που εμποδίζουν την πρόσβαση με αυτοκίνητο .

Μετά από περίπου δεκαπέντε χιλιόμετρα  , αφήσαμε το δημόσιο δρόμο και στρίψαμε δεξιά προς ένα ανηφορικό χωμάτινο δρόμο ακολουθώντας την υπόδειξη μιας πρόχειρης μικρής  πινακίδας που έγραφε  BARDIZ....!Παρτούζ (Gaziler)

Καταλάβαμε ότι επιτέλους βρισκόμασταν στο σωστό δρόμο . Παρόλα αυτά το τοπίο εξακολουθούσε να μας απογοητεύει . Αν και το GPS έδειχνε ήδη 1800 μέτρα και συνεχώς ανέβαινε , το τοπίο  εξακολουθούσε να είναι ξερό με λιγοστή βλάστηση. Στο δρόμο προς το Παρτούζ , ο οποίος ακολουθούσε τη ροή του ποταμού (Bardiz cay), το πρώτο στοιχείο του παρελθόντος έκανε εκκωφαντική την παρουσία του μπρος στα έκπληκτα μάτια μας . Κοιτάξτε μια εκκλησία !

Στα δεξιά όπως ανεβαίναμε ακριβώς πάνω από το ποτάμι που κατέβαινε , χτισμένη πάνω σε ένα περίεργο πλάτωμα του βράχου , να σου έστεκε μπροστά μας μια εκκλησία...... . Και τι εκκλησία , όχι Γεωργιανική ούτε Αρμένικη , μια εκκλησία με ελληνικότατο ρυθμό , σαν αυτές που συναντάς στην περιοχή της Κρώμνης του Πόντου. Μια ξύλινη πρόχειρη  σκάλα που ανέβαινε από την όχθη του ποταμού προς το πλάτωμα έδειχνε ότι κάποιοι επισκέπτονταν το μέρος χωρίς όμως να ξέρουμε για ποιο λόγο.

Η ανυπομονησία μας να συνεχίσουμε την εξερεύνηση προς το Τσορμίκ δε μας άφησε να σταματήσουμε , ούτε καν για  να βγάλουμε μια φωτογραφία την ωραία αυτή μικρή εκκλησία . Είπαμε πως θα το κάναμε στο γυρισμό, ουδέν όμως μονιμότερον του πρσωρινού , η φωτογραφία αυτή δε βγήκε μέχρι σήμερα!

Λίγα χιλιόμετρα πριν από το Παρτούζ (Gaziler) το τοπίο άρχισε να αλλάζει και κάποιες πράσινες πινελιές άρχισαν να φαίνονται τριγύρω μας . Εγώ και ο Κώστας ο αδερφός μου τις υποδεχτήκαμε σχεδόν θριαμβευτικά  , τα όνειρά μας άρχισαν να βγαίνουν αληθινά . ΄΄τέρεν Γέργο , λέγαμε στον Κοβιτίδη , ερχίνεσαν τα παρχάρια . Τέρεν το ποτάμ πως τρες . Πολλά κι πάει θα αρχινούν και τα 'λάτια΄΄ έλεγε και ξανάλεγε ο Κώστας. Και ο Γιώργος γελούσε καθώς πάντα ήθελε να συγκρίνει τη βλάστηση της περιοχής του Βατούμ με αυτή του Τσορμίκ!

Μα πως να συγκριθούν δύο ανόμοια πράγματα; Πώς μπορεί να συγκριθεί μια παραλιακή περιοχή με ένα σκληροτράχηλο υπερορεινό τοπίο!! Είναι σαν να συγκρίνεις μια κοπέλα μ' έναν ορεσίβιο!

Διασχίσαμε το Παρτούζ, το οποίο βρίσκεται στα 1800 μέτρα υψόμετρο.

Χαμηλά , πέτρινα σπίτια , με χωμάτινες στέγες (δώματα) , κοπριά και ΄΄κουσκούρια΄΄ παντού . Είδαμε  το παλαιό τζαμί, με τον επιβλητικό του θόλο,  που στα χρόνια κατά τα οποία στο Παρτούζ κατοικούσαν Έλληνες λειτουργούσε ως εκκλησία.

Γενικά το Παρτούζ μολονότι θεωρείται το κεφαλοχώρι της περιοχής , παραμένει ένα χωριό με έντονο κτηνοτροφικό χαρακτήρα, κλασσικό χωριό της Ανατολίας, φτωχό και υπανάπτυκτο.

Αφού περάσαμε μέσα από αυλές και ΄΄τσοπλίκια΄΄ ,διασχίσαμε το ρέμα και συνεχίσαμε το δρόμο μας, πάντα ανηφορικά . Το  GPS άρχισε να τρελαίνεται καθώς ήδη είχαμε ξεπεράσει τα 2000 μέτρα!.... Το τοπίο άρχισε να γίνεται σαφώς πιο πράσινο και στις κορυφές των γύρω βουνών έκαναν ήδη αισθητή την εμφάνισή τους τα πρώτα ΄΄αλάτια΄΄ που όμως δεν ήταν έλατα αλλά ευθύκορμη ορεινή πεύκη.

Τώρα στην άκρη του δρόμου και στο βάθος αριστερά βλέπαμε ένα χωριό . Ήταν το Τσορμίκ; Ποιος μπορούσε να μας βγάλει μέσα από το σκοτάδι και την απορία ;

Άγγελος Κυρίου εμφανίστηκε τότε ως πιστός βοηθός μας μέσα σε εκείνη την ερημιά . Και το όνομα αυτού   Omer Kaya.

Ο συμπαθής Ομέρ έχτιζε εκείνη τη στιγμή στην άκρη του δρόμου , ένα κτίσμα που δε μάθαμε ποτέ αν ήταν δικό του ή ξένο. Δούλευε μόνος του χωρίς αφεντικό μέσα σε εκείνη την ερημιά και μας θύμισε έντονα τους δικούς μας χτίστες , όπως τον αλησμόνητο Κώστα Παπαδόπουλο (τον Πύλον) σε μελαχροινή όμως και πολύ πιο αδύνατη έκδοση , ΄΄ με τη σιάπκαν σο κιφάλ και το σκεπάρ σο σερ΄΄.

Σταματήσαμε να τον ρωτήσουμε ΄΄άρκαντάς Τσορμίκ;΄΄ λέγαμε και του δείχναμε με το χέρι το χωριό, ΄΄ Yok Senpinar , eski ismi Zakim΄΄, μας απάντησε αυτός και μας έδωσε να καταλάβουμε ότι το χωριό εκείνο ήταν το κοντινό στο Τσορμίκ τουρκοχώρι Ζακιμ , το οποίο είχε μετονομασθεί και αυτό  σε Σένπινάρ. Αμέσως και  χωρίς να του το ζητήσουμε ο συμπαθέστατος Ομέρ , ο οποίος κατάλαβε ότι είμαστε Έλληνες  , με σαφή φιλικά αισθήματα άφησε τη δουλειά του και ανέλαβε να μας οδηγήσει επιτέλους στο Τσορμίκ.

Το χωριό όπως μας είπε σχεδόν με τη γλώσσα των χεριών είχε πια μετονομασθεί σε KAYNAK , δηλαδή πηγή, νερομάνα!

Μετά από δύο περίπου χιλιόμετρα μια μικρή σκουριασμένη τενεκεδένια πινακίδα τον επαλήθευσε ΚΑΥΝΑΚ........! (επιτέλους.....ΙΘάκη)24 065

 

Μπήκαμε στο χωριό με δέος . Με το αυτοκίνητο περάσαμε  από μία μικρή γέφυρα πάνω από το ποτάμι και να που φτάσαμε!

Δεν μπορούσαμε να το πιστέψουμε ........Σταματήσαμε σε μία βρύση με κρύο νερό προσπαθώντας να ξεδιψάσουμε  . Η συγκίνηση ήταν μεγάλη και οι πληροφορίες διαδέχονταν η μία την άλλη καταιγιστικές.

Η βρύση βρίσκονταν στην είσοδο μιας αυλής όπου ένα ορθογώνιο πέτρινο κτήριο δέσποζε , απ’ όσα μας είπε ο Ομέρ και κάποιοι κάτοικοι που ήλθαν εκεί από περιέργεια αυτή ήταν η παλιά εκκλησιά του Αγίου Γεωργίου (Κάτω Τσορμίκ)  που τώρα πια είχε μετατραπεί σε Αλεβίτικο τζαμί.  Βγάλαμε φωτογραφίες και κάνοντας μια σύντομη εξερεύνηση του χώρου διαπιστώσαμε ότι στην μια πλευρά του οικοδομήματος διασώζονταν ακόμη τμήματα από τις κολόνες των κλιτών της εκκλησίας. Ο ναός ήταν ήταν αρκετά μεγάλος ,   βασιλικού ρυθμού  .

Πάντως η εκκλησία δε διέφερε και πολύ από τις εκκλησίες των υπόλοιπων χωριών του Καρς όπως τις είδα μετά  σε φωτό στο βιβλίο του Στυλ. Μαυρογένη ……, Στο βιβλίο αυτό αργότερα βρήκαμε φωτογραφία και της συγκεκριμένης εκκλησίας  από το 1909. Ήταν αυτή.......ήταν ολόιδια!

Για κακή μας τύχη δε μπορέσαμε να μπούμε μέσα στην εκκλησία. Μας είπαν ότι τα κλειδιά τα είχε ο χότζας του χωριού και εκείνη τη στιγμή έλειπε. Από την κλειστή πόρτα και μέσα από το τζάμι καταφέραμε να δούμε κάποια χριστιανικά διακοσμητικά στοιχεία της εισόδου όπως ακτίνες κλπ.

Δίπλα στην εκκλησία κάποτε  βρίσκονταν και το σχολείο του Κ. Τσορμίκ το οποίο όμως, σύμφωνα με πληροφορίες των κατοίκων,  καταστράφηκε από πυρκαγιά κα τώρα πια σώζονταν μόνο λίγοι σωροί από πέτρες τις οποίες και φωτογραφίσαμε .

Αρχίσαμε να περιδιαβαίνουμε στους χωμάτινους δρόμους του χωριού. Παντού πέτρινα ρωμαίικα  σπίτια . Άλλα κατοικημένα ακόμη, άλλα ερειπωμένα , άλλα γκρεμισμένα σε σωρούς από πέτρες. Το υλικό που ήταν φτιαγμένα αλλού κόκκινος γρανίτης και αλλού μια πορώδης ελαφριά τοπική πέτρα , που όπως φαίνεται θα ήταν εύκολο να δουλευτεί. Η εξόρυξη της πέτρας αυτής γίνονταν από κοντινό λατομείο , τασhχανάν όπως την έλεγαν.

Θαυμάσαμε την τεχνική του χτισίματος με τα τόξα πάνω από τις πόρτες και τα πέτρινα μασίφ παράθυρα. Ήταν ολοφάνερο ότι η τεχνική του χτισίματος ήταν η ίδια με εκείνη του Σανταίου μάστορα ταχτσ που συναντάμε τόσο  στην μητροπολιτική Σάντα όσο και στα χωριά της διασποράς της (πχ. Σέκιτλη της Γεωργίας).

 Σπίτι με δώμανΧαρακτηριστικό των σπιτιών τα χωμάτινα δώματα . Το  αγροτικό σπίτι σε όλο τον μεσόγειο ορεινό Πόντο,  αλλά και στο Κάρς , μέχρι το 1900 ήταν πετρόχτιστες ισόγειες δίχωρες κατοικίες με επίπεδη στέγη δώμα. Το παραπάνω αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα του λιτού, εσωστρεφούς τύπου κατοικίας της Χαλδίας (Κιμισχανά).

Γύρω μας ήδη είχαν μαζευτεί αρκετοί περίεργοι που ήθελαν να μάθουν ποιοι ήταν αυτοί οι ξένοι που περιεργάζονταν τα σπίτια τους.

Ο Ομέρ έσπασε ένα κομμάτι πέτρα από το αγκωνάρι ενός παλιού ερειπωμένου  σπιτιού και μου το έδωσε λέγοντας μου στα τούρκικα ΄΄πάρτο είναι από το σπίτι σου΄΄!

Οι εικόνες διαδέχονταν η μία την άλλη. Αλλού περίτεχνα πέτρινα τζάκια , αλλού θαυμάσιες τοιχοδομίες , αλλού μαντριά και παθενία, αλλού κουσκούρια , όλα μαζί ανάκατα μαζί με τα αισθήματα.

 

Σημειώσαμε πρόχειρα,  ότι το Κάτω Τσορμίκ διασχίζονταν από δύο κυρίως δρόμους , παράλληλους   μεταξύ τους και προς το ποτάμι που περνούσε μέσα σχεδόν από το χωριό. Χοντρικά δηλαδή ήταν χωρισμένο σε δύο μαχαλάδες και στον καιρό της ακμής του αριθμούσε περίπου οκτακόσιους κατοίκους.

Ήταν χτισμένο θα μπορούσαμε να πούμε μέσα σε μια στενή κοιλάδα που ορίζονταν από δύο μεγάλους ορεινούς όγκους ανάμεσα από τους οποίους κυλούσε το ποτάμι. Τα δυο αυτά βουνά οι ντόπιοι τα ονόμαζαν το μεν πετρώδες Μπας Νταγ και το άλλο το πιο πράσινο , το οποίο είναι καταντικρύ του χωριού  Καρσί Νταγ. Στις πλαγιές του πρώτου ορεινού σχηματισμού κυρίως είναι χτισμένο το χωριό.

 

Ο Ομέρ συνέχιζε την αφήγησή του καθώς στην παρέα μας ήρθε και ένας άλλος ντόπιος ηλικιωμένος που μας καλοδέχτηκε λέγοντας μας ότι ήταν φίλος του Γιώργου. Ο Γιώργος…είχε έρθει μαζί με την χατούν του (τη γυναίκα του) δύο φορές στις αρχές της δεκαετίας του ΄70. Με συγκίνηση καταλάβαμε ότι μιλούσε για τον προσφιλή μας  αθεράπευτο εραστή της πατρίδας το μπάρμπα Γιώργη τον Παπαδόπουλο ΄΄τον Τσουκαλά΄΄ όπως τον ξέραμε όλοι. Συνεχίσαμε βλέποντας παλιά Ελληνικά σπίτια.

Μας έδειξαν το σπίτι τη Ποιμενάντων (Τσοπανάντων) μία ωραία πετρόχτιστη κατοικία η οποία κατοικείται μέχρι σήμερα.

 

Περπατώντας  ανηφορικά και παίρνοντας το δρόμο προς τα βουνά, αντίθετα με τη ροή του ποταμού , οι συνοδοί μας μας έδειξαν στην απέναντι πλευρά του βουνού , σε μια απότομη κατωφέρεια και πάνω από το ποτάμι έναν παλιό νερόμυλο, που όπως μας είπαν ήταν ΄΄τη Κώστη η χαμαιλέτε΄΄! Σε ποιόν Κώστη άραγε αναφέρονταν….Τη Κώστη η χαμαιλέτε ...ό,τι έμεινε

Είναι σίγουρο ότι το χωριό στην ακμή του είχε τρεις νερόμυλους οι οποίοι όμως άλεθαν κυρίως σίκαλη ΄΄τσhαβντάρ΄΄.  Το σιτάρι , που δεν ευδοκιμεί στα υψόμετρα αυτά , ήταν σπάνιο και μολονότι καλλιεργούνταν σε μικρή κλίμακα στα λιγοστά χωράφια του Κάτω Τσορμίκ, τις περισσότερες φορές πάγωνε πριν το αλωνίσουν.


Τέλος Α΄μέρους

http://www.youtube.com/watch?v=xU4_ks_SPmA