Εδώ ακούτε ποντιακή μουσική


Joomla Slide Menu by DART Creations
Facebook Share
Share on facebook
corfu_pontioi Με πολύ χαρά παρουσιάζουμε απόσπασμα από τη βιογραφία του Ιωάννη Αρχιτεκτονίδη (1904 -........) , την οποία είχε την ευγενή καλοσύνη να μας αποστείλει ο εγγονός του Νίκος Αρχιτεκτονίδης  , κάτοικος Κομοτηνής.

Το πολύ δυνατό κείμενο περιγράφει την Οδύσσεια ενός Τσορμικλή που μέσα από μύριες δυσκολίες και βάσανα , μέσα από τις φλόγες του πολέμου και του ξεριζωμού κατέληξε στο τέλος της ζωής του πολιτικός πρόσφυγας σε ξένη γη ....
.........



Σε αυτό το τετράδιο

γράφω που γεννήθηκα πως έζησα

και τι πέρασα στη ζωή μου.

Να μείνει ενθύμιο στα παιδιά μου και στα εγγόνια μου

 


Γεννήθηκα το 1904 στο χωριό Τσορμίκ της περιφέρειας Κάρς του Καυκάσου που το 1918 παραχωρήθηκε στην Τουρκία από το σοβιετικό κράτος , όταν έκλεισαν ειρήνη στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο .

Ο πατέρας μου ονομάζονταν Αβραάμ και η μητέρα μου Βασιλική το γένος Μαυροπούλου ( Καραπινάντ λεγόταν πρώτα).Οι γονείς μου γέννησαν δέκα παιδία το πρώτο παιδί ήταν κορίτσι λεγόταν Σοφία το δεύτερο Χαράλαμπος το τρίτο Γεώργιος τέταρτο η αδελφή μου Μαρία (της Εύας η μαμά) πέμπτο ο Παντελής έκτη η αδελφή μου η Μυροφόρα έβδομος ο Ιάκωβος ογδόη η αδελφή μου η Όλγα ένατος εγώ ο Ιωάννης δέκατη η αδελφή μου η Ελένη (πέθανε μικρά) Ο αδελφός μου ο Χαράλαμπος παντρεμένος η γυναίκα του Μαρία το πρώτο παιδί Λαμπριανός το δεύτερο Βασίλης (έπεσε από το κρεβάτι μικρός 1,5 χρονών και σκοτώθηκε ) και η Χριστίνα. Ο αδελφός μου ο Γεώργιος παντρεμένος η γυναίκα του λεγόταν Αναστασία το πρώτο τους παιδί Ηρακλής.

Η οικογένεια μας αποτελούταν από 11 άτομα όταν φύγαμε από τη Ρωσία και όταν εγκατασταθήκαμε στην Νέα Σάντα ήμασταν μόνο τέσσερις. Εγώ ο αδελφός μου ο Χαράλαμπος, η γυναίκα του η Μαρία και η κόρη του η Χριστίνα , οι άλλοι όλοι πέθαναν. Η μητέρα μου και η νύφη μας Αναστασία με το παιδί της ο Ηρακλής πέθαναν στο Ποτ παραθαλάσσια πόλη της Γεωργίας (Γκρουζία). Ο αδελφός ο Γεώργιος το παιδί του αδελφού μου Χαράλαμπου ο Αδριανός πέθαναν στην  κωμόπολη Κρίμσκαγια στο Κουπαν Ρωσίας (σημερινή Ουκρανία) εκεί πέθανε και η αδελφή μου η Μαρία, η αδελφή μου η Όλγα παντρεύτηκε  πηρέ τον Χρηστό Πολιτίδη και πέθανε στο χωριό Φτελιά Ν. Ορεστιάδας ο πατέρας μου πέθανε στην Μακρόνησο και η αδελφή μου Μυροφόρα πέθανε στο Ποτ πιο μπροστά από την μητέρα μου .

Ο πατέρας μου ήταν γεωργός ενώ το κύριο του επάγγελμα ήταν κτίστης, δούλευε πολλή και σκληρά για συντηρηθεί η οικογένεια μας. Ο αδελφός μου ο μεγαλύτερος ο Χαράλαμπος υπηρέτησε στο Ρωσικό στρατό στα 1910. Ο αδελφός μου ο δεύτερος ο Γεώργιος ήταν έφεδρος στρατιώτης χωρίς να υπηρετήσει στο στρατό, κάπου-κάπου τους έπαιρναν για τρεις μήνες  για εκπαίδευση διότι έτσι ήταν τότε ο νόμος στην Ρωσία, εγώ πήγα στο σχολειό και έφτασα στην τρίτη τάξη

Το 1914 τον Ιούλιο μήνα κηρύχτηκε ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος, ο αδελφός μου Χαράλαμπος πήγε στρατιώτης. Ο πόλεμος κηρύχθηκε μεταξύ δυο ομάδων κρατών Αγγλία-Γάλλια-Ρωσία από την μια μεριά Γερμάνια-Τουρκία-Ρουμάνια από την άλλη.

Εμείς ζούσαμε κοντά στα Ρωσοτουρκικά σύνορα Όταν άρχισε ο πόλεμος τα Ρωσικά στρατεύματα προχώρησαν από μια πλευρά προς κατεύθυνση Ερζερούμ, κατέλαβαν την πόλη Χασάν-Καλέ και κόντεψαν να φτάσουν στο Ερζερούμ, ενώ από την άλλη μεριά που ήταν το χωριό μας τα σύνορα έμειναν όπως ήταν. Εδώ πρέπει να σημειώσω ότι στον ρωσικό στρατό υπηρετούσαν γερμανοί αξιωματικοί που ήταν ρωσόφωνοι με γερμανό στρατηγό που έπαιξε προδοτικό ρόλο, αφήνοντας σκόπιμα την δική μας πλευρά χωρίς στρατεύματα παρά μόνο την μεθοριακή φρουρά που ήταν και εν καιρώ ειρήνης. Έτσι στις 11 Δεκεμβρίου το 1914 ο τουρκικός στρατός συγκεντρώθηκε στα σύνορα που ήταν χωρίς εφεδρεία με σκοπό να καταλάβει την πόλη Κάρς ,και να αποτρέψει τα ρωσικά στρατεύματα που προχωρούσαν προς το Ερζερούμ.

Το χωριό μας απείχε από τα σύνορα επτά χιλιόμετρα, το πρωί της 11 Δεκεμβρίου 1914 άρχισε η μάχη, τα πυρά ακουγόταν και στο χωριό μας. Χωρίς να υποπτευτούν οι χωριανοί μας ότι τα τούρκικα στρατεύματα θα προελάσουν  και θα καταλάβουν τα μέρη μας, γιατί πάντα πίστευαν ότι τα ρωσικά στρατεύματα ήταν δυνατά και σε καμία περίπτωση δεν θα υποχωρούσαν.

Εγώ ήμουν μικρός και άκουγα τα πολυβόλα που ακουγόταν καλά από το χωριό μας και χαιρόμουν., αλλά ούτε και οι μεγάλοι ανησυχούσαν γιατί πίστευαν ότι τα ρωσικά στρατεύματα θα προχωρούσαν. Ξαφνικά όταν είδαμε από το άλλο χωριό  το Παρτούζ οι κάτοικοι με τα αμάξια να φτάνουν στο χωριό μας και να μας λένε ότι τους διέταξε ο αξιωματικός του μετώπου να φύγουν.

Οι χωριανοί μας καταγίνηκαν να ταΐσουν τα ζώα και τους κατοίκους του άλλου χωριού , και τα δικά τους τα άφησαν νηστικά.

Νύχτωσε πια, ήρθε η διαταγή να εγκαταλείψουμε το χωριό. Πήραν η κάθε οικογένεια από ένα αμάξι, έριξαν επάνω λίγα παπλώματα και τα μικρά παιδιά και ξεκίνησαν.

Στο χωριό μας έκανε πολύ κρύο και χιόνι, τα αμάξια μας ήταν με δυο τροχούλια και ξύλινα και δεν κουβαλούσαν  πολύ φορτίο, σαν όνειρο θυμάμαι εκείνη την τραγική βραδιά που με μεγάλη δυσκολία τα καημένα τα ζώα νηστικά τραβούσαν τα κάρα. Το πρωί της  12 Δεκεμβρίου φτάσαμε σε άλλο χωριό που λεγόταν Βερισσάν , εκεί ταΐσαμε τα ζώα και φάγαμε και εμείς, μας τάισαν οι χωριανοί στο χωριό που φτάσαμε. Ξεκουραστήκαμε όλη την βραδιά και την άλλη μέρα το πρωί ξεκινήσαμε για το άλλο χωριό που λεγόταν Γάμισλι, εκεί είχαμε την θεία μου Ελένη του πατέρα μου την  αδελφή. Μείναμε χωρίς να υποψιαστούμε ότι ο τούρκικος στρατός  θα φτάσει και εκεί. Καθίσαμε δυο μέρες και την τρίτη μέρα κατά της 10 πήγαμε  προς το Ταμισλή (;). Μερικοί άντρες ανόητοι πιάσαν το ύψωμα  από όπου έρχονταν ο στρατός, ήταν καμία τριανταριά και άνοιξαν πυρ, μόλις ο τούρκικος στρατός ανταπέδωσε τα πυρά το έβαλαν στα πόδια. Αυτό έγινε αφορμή και ο τούρκικος στρατός άνοιξε πυρ κατά του άμαχου πληθυσμού που έζευαν τα αμάξια τους και άρχισαν να φεύγουν. Εγώ φοβήθηκα σαν παιδί που ήμουν και έτρεχα πλάι από τα αμάξια, πηγαίναμε προς το χωριό Πελικπάσκιοϊν. Το αμάξι του πατερά μου και πολλά άλλα πρόλαβαν και μπήκαν στο χωριό,  μπήκαμε στο σπίτι κάποιου συγγενή μας και κρυφτήκαμε. Όλα τα αλλά αμάξια που πήγαιναν στην άκρη του χωριού προς το Σελεμεκεσήν τους πρόλαβε το ιππικό των τούρκων τους σταμάτησε, μάζεψαν όλο των πληθυσμό και τους έβαλαν στην γραμμή για να τους ντουφεκίσουν. Αυτό το έκαναν για να τους φοβερίσουν, τους πήραν όλα τα πράγματα τους και τους άφησαν να φύγουν. Ο τούρκικος στρατός κατέλαβε και το χωριό που κρυφτήκαμε και προέλασε προς την πόλη Σαρικαμίς . Όλο αυτό το διάστημα δεν υπήρχε πουθενά αντίσταση από την πλευρά των ρώσων γιατί απλά δεν υπήρχε πουθενά στρατός.

Οι τούρκοι ντόπιοι άρχισαν να μπαίνουν στα χωριά μας, άρχισαν να λεηλατούν και να ατιμάζουν τις γυναίκες. Στου θειου μου που κρυφτήκαμε, είχε μια αχυρώνα πίσω από τα χορτάρια, εκεί έκρυψε τις δικές μας τις γυναίκες και γλύτωσαν.

Κάθε μέρα ερχόταν τμήματα στρατού και πήγαιναν προς το Σαρίκαμις .Ο τουρκικός στρατός ήταν με τσαρούχια,  τα πιο πολλά ήταν και χαλασμένα, και πολλοί ήταν και γυμνοί, δεν είχαν και τον απαιτούμενο ρουχισμό,  πολλοί δεν άντεχαν . Μια μέρα έφτασε ένας λόχος στο χωριό και έκατσε λίγο να ξεκουραστεί για να συνεχίσει την πορεία του. Ο αξιωματικός φώναζε και χτυπούσε με μαστίγιο τους στρατιώτες για να συνεχίσουν. Ένας στρατιώτης πάγωσε ο καημένος και δεν μπόρεσε να φορτωθεί το γυλιό του, η μητέρα μου ήταν πολύ τολμηρή τον είδε και τον λυπήθηκε τον καημένο πήγε και τον βοήθησε να το φορέσει. Ο στρατιώτης έβριζε και φώναζε, που μας πάνε τα σκυλιά όλοι θα πεθάνουμε, βοήθα με μάνα να φορέσω το γυλιό μου πάγωσα και δεν μπορώ.

Στην πόλη Σαρικαμίς δεν είχε πολύ ρωσικό στρατό παρά μόνο ένα μικρό τμήμα και ο παραμεθόριος λόχος που είχε οπισθοχωρήσει, είχαν και ένα κανόνι. Άρχισε σφοδρή μάχη, οι τούρκοι μόλις με τα βίας κατόρθωσαν να μπουν στην άκρη της πόλη . Στο μεταξύ τα δυο ρωσικά συντάγματα που είχαν προχωρήσει να καταλάβουν το Ερζερούμ οπισθοχώρησαν  και πρόλαβαν και χτύπησαν από τα πλάγια τους τούρκους. Ήρθαν και άλλες δυνάμεις και έδιωξαν τους τούρκους από το Σαρικαμίς.  Εδώ πρέπει να σημειώσω ότι το πολύ κρύο έφαγε τους τούρκους έτσι όπως δεν ήταν καλά ντυμένοι. Πολλοί πάγωσαν και πέθαναν στην σκοπιά και έμειναν όρθιοι ακουμπισμένοι στα δέντρα .

Αν το μεγάλο κρύο δεν εμπόδιζε τους τούρκους,  θα καταλάμβαναν το Καρς και θα απόκοπταν τον ρώσικο στρατό που είχε προχωρήσει για το Ερζερούμ και θα τους αιχμαλώτιζαν. Όλη η στρατιά τους που είχε μπει στο ρωσικό έδαφος οι πιο πολλοί πέθαναν από το κρύο, πολλοί αιχμαλωτίστηκαν, λίγοι μόνο γλύτωσαν. Τα ρωσικά στρατεύματα προχώρησαν και κατέλαβαν το Ερζερούμ και μετά και άλλες πόλεις μόλις ήρθαν τα ρωσικά στρατεύματα , εμείς φύγαμε για το Κάρς σε ένα χωριό που λεγόταν Αρτούζ. Εκεί καθίσαμε όλο τον χειμώνα , μερικοί άντρες πήγαν και στο χωριό μας μα δεν βρήκαν τίποτα, οι τούρκοι λεηλάτησαν όλα όσα είχαμε, ζώα, περιουσία, τα σπίτια έμειναν άδεια εντελώς. Ο αδελφός μου ο Χαράλαμπος ήταν στρατιώτης , ο αδελφός μου ο Γεώργιος γύρισε στο χωριό , αναγνώρισε μερικά δικά μας ζώα και τα πηρέ πίσω από τους τούρκους . Το καλοκαίρι γυρίσαμε και εμείς , και αρχίσαμε ξανά να κάνουμε το νοικοκυριό μας. Τέσσερα χρόνια παραμείναμε στα μέρη μας (1914-1918) .

Το 1917 τον Οκτώβριο κηρύχτηκε η ρωσική επανάσταση , τα πράγματα άλλαξαν. Μετά από κάμποσο καιρό, ο ρωσικός στρατός  άρχισε να εγκαταλείπει τα εδάφη που κατέλαβε, και οι στρατιώτες να γυρίζουν στα σπίτια τους μαζί με τα όπλα τους . Έτσι γύρισαν και οι στρατιώτες που ήταν από το χωριό μας , και από τα αλλά χωριά . Ποια δεν υπήρχε στρατός δεν υπήρχαν αρχές  η κατάσταση έγινε σοβαρή και επίφοβη . Οπλίστηκαν και οι τούρκοι που κατοικούσαν στα γειτονικά χωριά . Όπλα άλλα αγόρασαν και άλλα πήραν από τον τουρκικό στρατό κατά την υποχώρηση του το 1914  Το κάθε χωριό είτε τουρκικό είτε ελληνικό είχε πλέον τον δικό του στρατό , σχεδόν όλοι οι άντρες ήταν οπλισμένοι . Την εποχή αυτή η Αρμενία έγινε κράτος , οργάνωσε στρατό και άρχισαν να βάλουν κατά των τουρκικών χωριών που ήταν κοντά στα σύνορα τους , και οι τούρκοι έσφαζαν τους αρμένιους στην Τουρκία , κινδυνεύαμε και εμείς .

Τα ελληνικά χωριά  οργάνωσαν την αυτοάμυνα τους, στέλναμε συνδέσμους από το ένα χωριό στο άλλο και συνεννοούνταν για την προφύλαξη τους . Έτσι τα ελληνικά χωριά πήραν μια απόφαση , να μαζέψουν όλο τον στρατό και να χτυπήσουν τα τούρκικα χωριά που ήταν οπλισμένα για να απομακρύνουν τον κίνδυνο από κοντά τους . Ένα βράδυ συγκεντρώθηκαν στο χωριό μας κάπου 600 παιδιά έλληνες οπλισμένοι και προετοιμαστήκαν για την επίθεση . Τα μεσάνυχτα της ίδιας βραδιάς πήραν πληροφορίες ότι κατέφθανε τακτικός τούρκικος στρατός που θα καταλάμβανε το Κάρς . Αυτό είχε συμφωνηθεί μεταξύ τούρκων και ρώσων . Την ίδια βραδιά τα οπλισμένα παιδία που είχαν μαζευτεί στο χωριό μας αποφάσισαν να διαλυθούν και να γυρίσουν στο χωριά τους .

Μετά από μερικές μέρες ένα τάγμα αρμένικου στρατού ήρθε στο άνω Τσορμίκ . Εκεί ανεβήκαμε  όλες οι οικογένειες από το κάτω Τσορμίκ . Μια μέρα οι Αρμένιοι αποφάσισαν να κατέβουν στο κάτω Τσορμίκ, με σκοπό να κάνουν επίθεση στα τουρκικά χωριά . Οι περισσότεροι από τους αρμένιους ήταν από αυτούς που διώχτηκαν από την Τουρκία, ήταν αγύμναστοι και δεν είχαν την απαιτούμενη  πειθαρχεία .

Όπως κατέβηκαν στο εγκαταλειμμένο  χωριό μας άρχισαν να γυρίζουν στα σπίτια για να λεηλατήσουν  , και οι σκοποί που έβαλαν στα υψώματα κοιτούσαν προς το χωριό όχι προς την μεριά των τούρκων που παρακολουθούσαν από τα γύρω υψώματα . Οι τούρκοι  όπως ήταν και τακτικός στρατός κατέλαβαν το ύψωμα και άρχισαν να βάλουν  κατά το χωριό . Οι αρμένιοι πανικοβλήθηκαν και το έβαλαν στα πόδια ,  πολλοί εγκατέλειψαν και τα άλογα τους, πολλοί σκοτώθηκαν και όσοι πρόλαβαν έφυγαν. Μαζί με τους αρμενίους ήταν και δικοί μας κάμποσα παιδιά , εκεί τραυματίστηκε και ο γαμπρός μου ο Δημήτρης (της Εύας ο πατέρας)  .

Ακούγοντας τα πυρά, παρατήσαμε τα ζώα και τα πράγματα μας και φύγαμε και εμείς  εκείνη την νύχτα . Το πρωί φτάσαμε στο Σαρικαμίς , η μισή οικογένεια είχε φτάσει εκεί από την προηγούμενη μέρα και όλοι μαζί ξεκινήσαμε για το Κάρς .

Στο Κάρς  μαζευτήκαμε ελληνικές οικογένειες  από πολλά χωριά . Οι Αρμένιοι άρχισαν να μας πειράζουν , προσπαθούσαν να επιστρατεύσουν τους άντρες . Οι έλληνες αμέσως οργανώθηκαν και σχημάτισαν  δυο  συντάγματα  και αντιστάθηκαν στους αρμενίους . Ο ρώσος φρούραρχος της πόλης που έμεινε για να παραδώσει την πόλη στους τούρκους, πήρε υπό την επιστασία του τα ελληνικά συντάγματα. Με την βοήθεια του φρούραρχου και του ελληνικού στρατού φόρτωσαν σε βαγόνια όλους τους έλληνες πρόσφυγες με προορισμό την Τιφλίδα . Τα συντάγματα μας έμειναν για να παραδώσουν την πόλη στους τούρκους και με άδεια των Τούρκων εγκαταλείψαν τελευταία το Κάρς , τα όπλα τους τα παρέδωσαν στους Γεωργιανούς . Στην Τιφλίδα καθίσαμε ένα μήνα  έως να πάρουμε σειρά και να ανεβούμε στο τραίνο για το Ποτ ( παραθαλάσσια πόλη της Γεωργίας ) . Εκεί μείναμε μέχρι τον Αύγουστο , το κλίμα από την μια μεριά και η πείνα από την άλλη,  αρχίσαμε να υποφέρουμε . Τα λίγα χρήματα που είχαν οι γονείς μας τελείωσαν, ήταν και η οικογένεια του θειου  μου Χρυσόστομου και του θείου μου Κώστα η γυναίκα του και τα δυο κορίτσια του, όλοι μαζί ήμασταν 21 άτομα. Αναγκαστήκαν ο αδελφός μου ο Χαράλαμπος και ο αδελφός μου Γιώργος καθώς και όλοι οι άντρες, να βγουν στα χωριά των Γεωργιανών για να ζητιανέψουν , με αυτό τον τρόπο κατορθώσαμε να συντηρηθούμε στην ζωή .

Τον Ιούνιο - Ιούλιο χτύπησε η χολέρα . Πέθανε η μητέρα μου , ο θειος μου ο Χρυσόστομος ,και ένα κορίτσι του , καθώς και η νύφη μας Αναστασία μαζί με το παιδί της Ηρακλή . Εκεί τον Μάιο μήνα είχε πεθάνει και η αδελφή μου η Μυροφόρα και άλλοι πολλοί. Άρχισε ο κόσμος να φεύγει όπου μπορεί, οι οικογένεια της θειας μου Ειρήνης  που είχε μείνει χήρα μαζί με μια άλλη θεια μου έφυγαν για την πόλη Κάρα .

Τον Σεπτέμβριο μήνα οι οικογένεια μας μαζί με άλλες οικογένειες  από το χωριό μας ανεβήκαμε στο καράβι και πήγαμε στο Σοχούμ . Εκεί καθίσαμε ένα μήνα, μετά πήραμε άλλο καΐκι και φύγαμε για το Νοβοροσίσκι. Από εκεί πήγαμε στο Απινσκάγια, κάτσαμε δυο εβδομάδες και τελικά φτάσαμε στην Κρίμσκαγια .

Βρήκαμε πόλους χωριανούς μας, στο μέρος αυτό είχε πεθάνει και η αδελφή μου  Μαρία δεν την προλάβαμε . Στο Κρίμσκαγια μείναμε κάμποσα χρόνια  , ζήσαμε τον εμφύλιο πόλεμο .Στην πόλη αυτή πέθανε και ο αδελφός μου ο Γιώργος και του αδελφού μου Χαράλαμπου το πρώτο παιδί  ο Λαμπριανός  .

Καθίσαμε καμία δυο χρόνια με ησυχία , όταν όπως άρχισε η οπισθοχώρηση των λευκοφρουρών ζήσαμε μαρτυρικές μέρες . Δεν μπορούσαμε να φάμε ψωμί με ησυχία, ζυμώναμε και ερχόταν οι λευκοφρουροί μας  απειλούσαν και  το έπαιρναν όλο .

Η πείνα είχε πάρει μεγάλη διάσταση και ιδίως στους πρόσφυγες , ο κόσμος άλεθε από το καλαμπόκι τα κοτσάνια και της πίτες από τα ηλιόσπορο, τα ανακάτευε με λίγο αλεύρι και έκανε ψωμί . Γινόταν μαύρο σαν κατράμι, μας φαινόταν νόστιμο γιατί πεινούσαμε . Οι πρόσφυγες υπόφεραν, πολλοί πέθαναν, όπως τα ξαδέλφια του πατέρα μου  Θεόφιλος και Στάθης Αρχιτεκτονίδης με τις γυναίκες τους και τα παΐδια τους .

Οι λευκορώσοι έκαναν πολλές βαρβαρότητες, στην πόλη που ήμασταν περνούσαν αποσπάσματα τα λέγαμε Καρατελνή Οτριάτ έκαναν συλλήψεις τους αριστερούς και τα βράδια τους κρεμάγανε στα τηλεγραφόξυλα . Μαζί τους ήταν και τμήματα Τσερκέζων από όπου περνούσαν λήστευαν,  κατάστρεφαν , ατίμαζαν γυναίκες

Έφυγαν οι λευκοφρουροί ήρθαν οι μπολσεβίκοι, στη αρχή ήταν καλά, ύστερα άρχισε η πείνα , ήρθε και ο χειμώνας τελείωσε και το λιγοστό ψωμί, άρχισε ο κόσμος να πεινά.  Δεν υπήρχαν δουλείες, δεν μπορούσες τίποτα να αγοράσεις, πέθανε πολύ κόσμος. Η δική μας οικογένεια πέρασε κάπως καλύτερα γιατί ο αδελφός μου ο Χαράλαμπος δούλευε κοντά σε έναν βούλγαρο μπαχτσεβάνη. Ο μπαχτσεβάνης αγόρασε ένα μοτέρ για να ποτίζει τα χωράφια, ο αδελφός μου του πρότεινε να αγοράσει και δυο πέτρες για να μπορεί να αλέθει κιόλας . Ο βούλγαρος τις αγόρασε , έβαλε τον αδελφό μου να της εγκαταστήσει και τον έκανε μυλωνά . Τον έδινε ένα σακί αλεύρι τον μήνα και έτσι την περάσαμε κάπως καλύτερα από του άλλους  .

Τον Ιούλιο του 1922 πήραμε ένα βαπόρι και ξεκινήσαμε για την Ελλάδα . Όταν φτάσαμε στον Πειραιά μας έστειλαν σε καραντίνα στην Μακρόνησο . Οι πρώτοι πρόσφυγες που φτάσαμε εκεί μας βαλαν σε καραντίνα για τρεις μήνες , εκεί πέθανε ο πατέρας μου . Όταν άρχισε η οπισθοχώρηση της Μακράς Ασίας εμείς ήμασταν ακόμη στην Μακρόνησο. κάνει  ο Πλαστήρας με τον στρατό του την επανάσταση και αναλαμβάνει την κυβέρνηση . Μετά από λίγες μέρες ανεβαίνουμε σε  ένα καράβι με κατεύθυνση την Αλεξανδρούπολη. Το πλοίο ήταν ασφυκτικά γεμάτο και με την αλλαγή του κλίματος αρρωστήσαμε πολύ Όταν ανεβήκαμε στο πλοίο μας έδωσαν από ένα ψωμί στον καθένα και ώσπου να φτάσουμε είχε τελειώσει.

Στην Αλεξανδρούπολη δεν μας κατέβασαν, βγήκαμε στα ανοιχτά και μας έβαλαν σε καραντίνα, ψωμί δεν μας έδωσαν, καθίσαμε στο πλοίο 4 ημέρες κατόπιν μας έφεραν από ¼ ψωμί ανά άτομο κάθε 4 ήμερες, αποφασίζουν να γυρίσουν το πλοίο στον Πειραιά. Όπως ήταν ο κόσμος άρρωστος, πεινασμένος και από την ασφυξία πέθαναν πολλοί οχτώ με δέκα άτομα πέθαιναν την ημέρα.

Έφτασε το πλοίο στον Πειραιά στον Αγ. Γεώργιο, καθίσαμε εκεί έναν ολόκληρο μηνά. Τα πτώματα τα έριχναν στο φούρνο και τα έκαιγαν για να λυθεί πιο γρήγορα η καραντίνα Μετά το πλοίο ξεκίνησε με προορισμό την Ήπειρο πάλι χωρίς ψωμί έκανε τέσσερις ήμερες να φτάσει στην Πάργα έπιασε τρικυμία και δεν μπόρεσαν να μας κατεβάσουν αναγκάστηκε το πλοίο να γυρίσει σε ένα χωριό το Μούρτο (Σύβατα) που είχε κάτι σαν λιμάνι, εκεί μας κατέβασαν.

Ήταν ένα φυλάκιο με στρατιώτες οι όποιοι μάζεψαν λίγο ψωμί και λίγο τυρί από τους κατοίκους και μας έδωσαν να φάμε. Αρχές δεν υπήρχαν ήταν φθινόπωρο δεν έκανε κρύο,  είχε πρασινάδα , ο οικισμός από την πείνα ρίχθηκε στην πρασινάδα και ότι έβρισκε έτρωγε . Θυμάμαι τρώγαμε ένα είδος χόρτου που τα φύλλα του ήταν σαν μαχαίρια, τα μαζεύαμε τα βράζαμε και τα τρώγαμε  μας έπιασε διάρροια  .Βλέπαμε τα ελαιόδεντρα μαζεύαμε τις ελιές και τις τρώγαμε ήταν πολύ πικρές, όμως καμία κρατική βοήθεια δεν είχαμε παρά μόνο οι στρατιώτες που μας δώνανε αυτό το λιγοστό φαϊ, τι να κάνουν και αυτοί ήμασταν πάρα πολλοί

Αργότερα βάλαν καζάνια  μαγείρευαν φασόλια αλλά χωρίς ψωμί και μας έδιναν από μια κουταλιά την ημέρα. Από την άλλη μεριά μας έτρωγε η ψείρα είχαμε ψωρίαση τόσες πολλές ήταν οι ψείρες που φαινόταν επάνω μας . Μας πήγανε σε ένα άλλο χωριό και μπήκαμε σε σπίτια, η πρώτη δουλειά που κάναμε ήταν να ξεψειριστούμε, βάλαμε καζάνι και από λίγα λίγα βράζαμε τα ρούχα μας. Χρειάστηκε πολύς καιρός για να καθαριστούμε , από φαϊ τίποτα ίδια κατάσταση με το άλλο χωριό που ήμασταν .Εγώ είχα τα εργαλεία μου, βρήκα  μερικά κέρατα κατσικίσια και έφτιαξα με αυτά χτένια, τα έδινα και έπαιρνα λίγο ψωμί .Αργότερα άρχισαν να μας μοιράζουν από λίγο αλεύρι , μαζεύαμε χόρτα ρίχναμε και λίγο αλεύρι τα βράζαμε κάναμε λαπά και τρώγαμε .

Το χωριό που καθόμασταν ήταν απέναντι από την Κέρκυρα, μια μέρα ο αδελφός μου  ο Χαρίλαος πήρε  ένα καΐκι  και πέρασε απέναντι βρήκε δουλειά για δυο μέρες αγόρασε τέσσερα ψωμιά και με το ίδιο καΐκι γύρισε πίσω .Γύρισε σπίτι νύχτα εγώ κοιμόμουν με ξύπνησε με έδωσε μια φέτα ψωμί και έφαγα . Την άλλη  το πρωί πήρε την γυναίκα του και την κόρη του Χριστίνα και τα μισά κρεβάτια μας και έφυγαν για την Κέρκυρα .Εγώ έμεινα για να φύγω την  άλλη φορά που θα ερχόταν το καΐκι με τα υπόλοιπα πράγματα . Μετά τρεις μέρες το καΐκι γύρισε με ειδοποίησε ο βαρκάρης να κατεβάσω τα πράγματα μαζί με τα κρεβάτια και να τα φορτώσω στο καΐκι .

Ήταν Δεκέμβριος μήνας το καΐκι  στέκονταν 100 μέτρα από την παραλία , έβγαλα το παντελόνι μου και κουβαλούσα τα πράγματα στο καΐκι .Το βράδυ ήρθε και ο βαρκάρης αγόρασε ένα ζευγάρι βόδια  τα οποία θα ανεβάζαμε και αυτά. Ο καϊκτσής και ο αλβανός από τον όποιο αγόρασε τα βόδια τραβούσαν από πάνω και εγώ βοηθούσα από κάτω .Το ένα βόδι το ανεβάσαμε κάπως εύκολα το άλλο ήταν  λίγο ανάποδο, παλέψαμε πόλη ώρα ,έμεινα περίπου τρεις ώρες στο νερό και  κρύωσα πολύ και έτρεμα . Ανεβάσαμε το βόδι στο κατάστρωμα  ανέβηκα και εγώ για να το σπρώξω , όπως έκανε το ζώο με χτύπησε και με έριξε ξανά στην θάλασσα και βράχηκα  ολόκληρος .Κρύωσα τόσο πολύ που χτυπούσαν δυνατά τα δόντια μου , ανέβηκα με το ζόρι στο καΐκι τραβήχτηκα σε μια γωνία όπου ήταν τα στρώματα δεμένα και ζάρωσα  , με το ζόρι άνοιξα τα δεμένα παπλώματα και όπως ήμουν βρεγμένος σκεπάστηκα, ύστερα ζεστάθηκα λίγο και κοιμήθηκα .

Το πρωί ξύπνησα ήμασταν πλέον στο χωριό Λευκίμη της Κερκύρας πήρα τα πράγματα και πήγα και βρήκα το σπίτι που είχε εγκατασταθεί η οικογένεια μας .

Ο αδελφός μου ήταν στην δουλειά, την άλλη μέρα βρήκα και εγώ δουλειά, με τα χρήματα που παίρναμε αγοράζαμε ψωμί το πρόβλημα της πείνας λύθηκε, ξεψειριστήκαμε καλά και αρχίσαμε να συνερχόμαστε. Στην Κέρκυρα ήρθαν και ο αξάδερφος μου Θεόφιλος Κωστικίδης και ο Ισαάκ Παρχαρίδης , βρήκαμε κέρατα και φτιάχναμε  χτένια, τα χτένια είχαν πέραση είχαμε πολύ δουλειά, ντυθήκαμε , ζούσαμε και είχαμε και  χρήματα η ζωή μας καλυτέρεψε πολύ , μετά από λίγο καιρό τελείωσαν τα κέρατα και τα χτένια δεν είχαν πια ζήτηση . Οι άλλοι χωριανοί μου πήγαν στο Αγρίνιο και δούλευαν στις καπνοφυτείες μας έγραψαν γράμμα πως εκεί έχει δoυλειά .

Σηκωνόμαστε εγώ και ο αξάδερφος μου Θεόφιλος να πάμε να τους βρούμε . Ο αδελφός μου ο Χαράλαμπος έμεινε στην Κέρκυρα . Στην Κέρκυρα οι κάτοικοι αλώνιζαν τα σιτηρά  με τα πόδια των αλόγων , στη μέση του αλωνιού ήταν ένα ξύλο καρφωμένο έδεναν στο ξύλο ένα σχοινί που τυλιγόταν γύρω από αυτό, έδεναν στην άκρη του σχοινιού δυο τρία άλογα  και τύλιγαν και ξετύλιγαν  και έτσι αλώνιζαν . Ο αδελφός μου ήξερε μαραγκός , μια μέρα συζητώντας με τον γείτονα μας   του λέει γιατί δεν κάνετε τουκάνες για να αλωνίζεται πιο εύκολα  τα σιτηρά σας και παιδεύεται τα ζώα παιδεύεστε και εσείς , του λέει ο γείτονας τι είναι αυτές οι τουκάνες αν ξέρεις να κάνεις κάνε μου και μένα . Βρίσκουν σανίδια χοντρά και ο αδελφός μου άρχισε να της κάνει. Εκεί που έφτιαχνε της τουκάνες περνά ο αστυνομικός και τον ερωτάει τι κάνεις εκεί μάστορα και ο αδελφός μου τον εξηγεί , τον ερωτάει πότε θα τελειώσει και σε πιο αλώνι θα αλέσει .Ο αστυνόμος κώλυσε ανακοινώσεις σε όλο το χωριό και στα διπλανά χωριά ,ότι ένας πρόσφυγας φτιάχνει ένα μηχάνημα και στις τάδε του μηνός θα αλέσει στο αλώνι του Παύλου Παντή να κατεβείτε όλοι να το δείτε . Έτσι εκείνη την μέρα μαζευτήκαν πολύς κόσμος και είδε που αλώνιζαν με την τουκάνα ( η τουκάνα αυτή υπάρχει και σήμερα σε λαογραφικό μουσείο στην Κέρκυρας ) .

Εγώ με τον Θεόφιλο ξεκινήσαμε για το Αγρίνιο , ανεβήκαμε σε μια βάρκα και περάσαμε στον Μούρτο στην Ήπειρο . Στο δρόμο με την βάρκα ο αξάδερφος μου κόντεψε να πεθάνει , τον έπιασε η θάλασσα και έγινε πολύ άσχημα, τον τρίψαμε λίγο και συνήρθε . Από εκεί ξεκινήσαμε με τα πόδια για να πάμε  στην Πάργα, στην Πάργα μας είπαν πως βαπόρι θα έχει μετά τέσσερεις μέρες  μας είπαν να πάμε στην Πρέβεζα καλύτερα , ξεκινήσαμε πάλη με τα πόδια για την Πρέβεζα όταν φτάσαμε δυστυχώς πάλι δεν είχε βαπόρι και φύγαμε πάλη  με τα πόδια, φτάσαμε στο Καρβάσαραι πλαγιάσαμε και την άλλη μέρα το πρωί ξεκινήσαμε για το Αγρίνιο, το απόγευμα φτάσαμε στο καινούργιο χωριουδάκι που έφτιαξαν για τους πρόσφυγες εκεί ήταν και οι δικοί μας .

Δουλειές πλέον δεν υπήρχαν τελείωσαν οι καπνοφυτείες ,στην αρχή πιάσαμε δουλειά στην ανοικοδόμηση με 20 δραχμές μεροκάματο και εκείνο δεν ήταν καθημερινό , έτσι ζούσαμε χωρίς να βάλουμε χρήματα στην μπάντα , εγώ μόλις κατόρθωσα να μαζέψω 200 δραχμές , αργότερα πιάσαμε δουλειά σε λατομείο. Η δουλεία βαριά και όσο πήγαινε η ζέστη μεγάλωνε. Έξω από το Αγρίνιο περίπου 10 χιλιόμετρα υπήρχε μια λίμνη όταν φυσούσε από εκεί έφερνε πολύ ζέστη , κοιμόμουν έξω μόνο όταν έβρεχε μπαίναμε στα σπίτια και κοιμόμασταν στην ψάθα ο ένας κοντά στον άλλον . Κατά τον Αύγουστο ο κόσμος άρχισε να αρρωσταίνουν, έβλεπες στα σπίτια τρία τέσσερα άτομα πλάγιαζαν άρρωστα και σε μερικά σχεδόν όλη η οικογένεια . Για κακή μας τύχη αρρωστήσαμε και εμείς  με τον αξάδερφο μου , εκείνος είχε εκεί τον πατέρα του την μάνα του και τα αδέλφια του, εγώ η πιο κοντινή συγγενής ήταν η ίδια οικογένεια και ο γαμπρός μου Ισαάκ που είχε παντρευτεί τη αδελφή μου Μυροφόρα που είχε πεθάνει στο Ποτ. Ο γαμπρός μου ξαναπαντρεύτηκε και η γυναίκα του με λογάριαζε για αδελφό .

Αρρώστησα τόσο άσχημα που δεν μπορούσα να σταθώ στα πόδια μου ,γιατρός δεν υπήρχε και ο ένας βοηθούσε τον άλλο . Δεν θυμάμαι ποιος βοηθούσε εμένα το μόνο που θυμάμαι ήταν ότι μου έδιναν ένα αυγό να φάω και  μου έπεφτε από τα χέρια ,αυτό πήγε πολλές μέρες . Θυμάμαι μια μέρα ήρθε ένας γιατρός μου έκανε μια ένεση ,συνήρθα λίγο και άρχισα να κάνω αρκουδιστά την ανάγκη μου, σιγά σιγά άρχισα να σηκώνομαι και να περπατώ, τα πόδια μου κόβονταν με δυσκολία έκανα το γύρο του σπιτιού.

Αφού συνήλθαμε λίγο αποφασίσαμε να γυρίσουμε πίσω στην Κέρκυρα. Όπως ήμασταν άρρωστοι δεν αντέχαμε τον ήλιο όταν μας χτυπούσε, σα μαραμένα χόρτα γινόμασταν. Δίπλα από τα σπίτια που μέναμε περνούσε ο δρόμος για το Καρβάσαραι και περνούσαν αμάξια τακτικά.

Τη μέρα που θα φεύγαμε ήταν Κυριακή και δεν πέρασε κανένα αμάξι. Του λέω του ξαδέλφου μου να πηγαίνουμε σιγά σιγά και στο δρόμο μπορεί να ανταμώσουμε κανένα αμάξι και θα ανεβούμε. Το χαρτζιλίκι μας όλο ήταν 150 δραχμές. Πήραμε ψωμί, μια χωριανιά μας έδωσε λίγες ελιές και ξεκινήσαμε. Ήταν βραδάκι, αποχαιρετήσαμε όλους τους γνωστούς και μπήκαμε στο δρόμο. Βαδίζαμε σιγά και κάθε λίγο καθόμασταν να ξεκουραστούμε με την ελπίδα ότι θα περάσει κανένα αμάξι και θα ανεβούμε. Τα πόδια μας κοβόταν, είχαμε αδυναμία και δεν μπορούσαμε να βαδίσουμε. Αμάξια δεν συναντήσαμε καθ’ όλη τη νύχτα, όσο βαδίζαμε μας χτυπούσε ο δροσερός αέρας και σιγά σιγά αρχίσαμε να συνερχόμαστε, τα πόδια μας δυνάμωσαν λίγο. Όλη τη νύχτα βαδίσαμε 22 χιλιόμετρα, κόψαμε το μισό δρόμο. Το πρωί μόλις βγήκε ο ήλιος και μας χτύπησε δεν μπορούσαμε να βαδίσουμε, καθίσαμε κάτω από ένα δέντρο και κοιμηθήκαμε. Καθίσαμε εκεί όλη τη μέρα, και το βράδυ ξεκινήσαμε πάλι, έως το πρωί είχαμε φτάσει στο Καρβάσαραϊ, εκεί καθίσαμε όλη τη μέρα. Την άλλη μέρα βρήκαμε ένα πλοίο που θα πήγαινε για την Πάργα, πληρώσαμε ογδόντα δραχμές και ανεβήκαμε και φτάσαμε στην Πάργα. Καθίσαμε στο χωριό όλη τη μέρα και το βράδυ πάλι πεζοπορία για το χωριό Μούρτο. Όλη τη νύχτα βαδίζαμε και το πρωί φτάσαμε στο χωριό, το νησί η Κέρκυρα φαινόταν καθαρά και μας η καρδιά μας γέμισε χαρά, πλέον τελείωναν τα βάσανά μας, χωρίς να υποψιαστούμε τι θα μας βρει πάλι.

Τα χρήματά μας έμειναν μόνο 40 δραχμές, βρήκαμε ένα βαρκάρη και συμφωνήσαμε να μας περάσει πέρα στην Κέρκυρα με αυτά., δεν είχαμε κι άλλα. Μας πέρασε πέρα και μας ευχήθηκε καλή αντάμωση με τις οικογένειές μας και χωρίσαμε. Στο μέρος που μας έβγαλε η βάρκα ήταν ακριβώς τα χωράφια του χωριού που έμεναν οι οικογένειές μας. Βαδίζαμε μέσα από τα χωράφια και συζητούσαμε πως μόλις φτάναμε θα βάλουμε νερό να ζεσταθεί και να αλλάξουμε τα ρούχα μας, συζητούσαμε τι φαί θα μας κάνουν για να φάμε. Δεν βαδίσαμε πολύ όταν συναντήσαμε ένα παιδί από τη γειτονιά που ζούσαμε,  μόλις μας βλέπει μας λέει πού ήσασταν εσείς οι οικογένειές σας έφυγαν. Μόλις ακούσαμε τα λόγια του παιδιού νομίσαμε ότι μας πειράζει, αστειεύεται και γελάσαμε. Το παιδί μας λέει ότι δεν αστειεύεται αλλά ότι έφυγαν στα αλήθεια, εμείς παγώσαμε χωρίς να το θέλουμε τα πόδια μας πια δεν μας άκουγαν και βαδίζαμε σαν ζαλισμένοι.

Στο χωριό αυτό που λεγόταν Λευκίμη ήμασταν τρεις οικογένειες χωριανοί, η δική μου οικογένεια, ο εξάδελφός μου με τη γυναίκα του και ο Ισαάκ ο Παρχαρίδης. Οι οικογένειές μας φύγανε πριν τέσσερις μέρες προτού φτάσουμε, όποιος μας έβλεπε μας ρωτούσε που ήμασταν και γιατί δεν φύγαμε με τους υπόλοιπους. Τους είπαμε τι περάσαμε και οι άνθρωποι μας λυπήθηκαν πραγματικά γιατί μας έβλεπαν και πως ήμασταν άρρωστοι και δεν είχαμε κανένα να μας προστατεύσει. Μια γυναίκα στη γειτονιά που ζούσαμε η γυναίκα του Πέτρου Πανδή ήταν πολύ καλή γυναίκα και πραγματικός άνθρωπος, μας λυπήθηκε πολύ. Φοβόταν και από τον άντρα της και όταν μείναμε μόνοι μας πλησιάζει και μας δίνει συμβουλές. Στην άκρη του μαχαλά ήταν μια εκκλησία ο Άγιος Προκόπιος. Κάτω από το κωδωνοστάσιο ήταν ένα κενό τετράγωνο, χωρούσαν δύο άνθρωποι. Μας συμβούλεψε να πάμε εκεί, να βάλουμε λίγο σλάμι (άχυρο) και να πλαγιάσουμε. Άλλο μέρος δεν υπήρχε και κανένας δεν ήταν δυνατόν να μας έπαιρνε σε σπίτι. Οι Κερκυραίοι έχουν συνήθειο να μην παίρνουν μουσαφίρηδες στα σπίτια τους και στην κατάσταση που ήμασταν εμείς γεμάτοι ψείρα και άρρωστοι ήταν αδύνατον να βρούμε άλλο μέρος. Πήγαμε και εγκατασταθήκαμε κάτω από το κωδωνοστάσιο, βάλαμε λίγα άχυρα και είχαμε οι δυο μας μισή κουβέρτα, βγάλαμε τα σακίδιά μας και κοιμηθήκαμε.

Ήρθε να μας δει ένας γνωστός από το χωριό και μας λέει ότι πρέπει να πάμε στην πόλη, ίσως προλάβετε τους δικούς σας στο λιμάνι. Η γυναίκα μας έφερε λίγο φαί και ψωμί, καθίσαμε και φάγαμε. Είχαμε να φάμε από το πρωί. Επειδή δεν μπορούσαμε την ημέρα να βγούμε στον ήλιο αποφασίσαμε και ξεκινήσαμε για την πόλη. Δεν μπορούσαμε να βαδίσουμε γιατί δεν είχαμε δυνάμεις, άλλο μέσο δεν υπήρχε. Ο δρόμος ήταν κάπου 40 χιλιόμετρα. Βαδίσαμε την νύχτα κάμποσο και κουραστήκαμε και αποφασίσαμε να κοιμηθούμε, βρήκαμε ένα παλιό μνήμα, εγώ ξάπλωσα αμέσως, ο ξάδελφος μου φοβήθηκε να κοιμηθεί στο μνήμα και πήγε παραπέρα και ξάπλωσε. Σηκωθήκαμε τα χαράματα, ώσπου να ζεστάνει ο ήλιος φτάσαμε στην πόλη. Τραβήξαμε για το λιμάνι, κατά τύχη μας ανταμώσαμε το χωριανό μας τον Παρχαρίδη που πήγαινε να ανεβεί στο πλοίο. Η οικογένειά του ήταν πάνω στο πλοίο, μας λέει ότι οι δικοί μας είχαν φύγει πριν τρεις μέρες για την Αλεξανδρούπολη και εγώ φεύγω τώρα με το πλοίο. Δεν μπορώ με τίποτα να σας βοηθήσω, πάρτε εκατό δραχμές και να πάτε αύριο στη Νομαρχία να βγάλετε κατάσταση για να φύγετε και εσείς και μας αποχαιρέτησε.

Εμείς καθίσαμε στο λιμάνι να ξεκουραστούμε, αγοράσαμε λίγο ψωμί και λίγο τυρί και καθίσαμε να φάμε και ξαπλώσαμε σε ένα μέρος. Περάσαμε τη μέρα και το πρωί πήγαμε στη Νομαρχία να βγάλουμε τα χαρτιά μας για να φύγουμε. Κάναμε τα χαρτιά μας και ήμασταν έτοιμοι να φύγουμε, στο μεταξύ δεν είχε πλοίο και μας είπαν την Τετάρτη θα έχει, ήταν μέρα Δευτέρα. Ησυχάσαμε και περιμέναμε να ανεβούμε στο πλοίο. Κοιμηθήκαμε σε μια παράγκα που ήταν άδεια. Την Τετάρτη ετοιμαστήκαμε να ανεβούμε στο πλοίο, ξαφνικά όπως στεκόμασταν στο λιμάνι βλέπουμε ένα πολεμικό πλοίο που περιπολούσε στο λιμάνι, ήταν Ιταλικό. Σε λίγο άρχισαν να πυροβολούν το φρούριο της πόλης, έριξαν αρκετές οβίδες στα δύο τα φρούρια που στο ένα ήταν πρόσφυγες. Έριξαν και στο σχολείο. Ύστερα έκαναν απόβαση στρατεύματα και κατέλαβαν την πόλη, ήταν πολλοί, Ελληνικός στρατός δεν υπήρχε, παρά μόνο Χωροφυλακή η οποία δεν έφερε καμία αντίσταση. Η πόλη πλέον ήταν στην κατοχή των Ιταλών. Όταν άρχισε ο βομβαρδισμός εμείς ήμασταν στο λιμάνι, ύστερα που κατέλαβαν την πόλη δεν επέτρεψαν το πλοίο να φύγει. Καθίσαμε δέκα μέρες και περιμέναμε να ανοίξει ο δρόμος να φύγουμε αλλά δεν άνοιξε. Τα χρήματά μας τελείωσαν, τι να κάνουμε δεν περνούσε από το νου μας να πάμε να παραπονεθούμε στη Νομαρχία, ασφαλώς και θα μας βοηθούσαν. Αποφασίσαμε να γυρίσουμε πίσω στο χωριό που μας γνώριζαν και θα μας έδιναν ένα κομμάτι ψωμί, ήμασταν άρρωστοι και δεν μπορούσαμε να δουλέψουμε. ……………………………………………